ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

οι παρελάσεις βρωμάνε φασισμό


 

 

 

 
Tuesday, 19 May 2015 03:00

Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας || DoG: Σταχυολογήματα Ι

Written by 
Rate this item
(0 votes)

Unitierra Zapatista poster smallΟ γερο-Αντόνιο σκότωσε ένα «λιοντάρι του βουνού» (που μοιάζει πολύ με το αμερικάνικο πούμα) με την παλιά του chimba. Εγώ παλιά τον είχα κοροϊδέψει για το όπλο του:
«Αυτά τα όπλα τα χρησιμοποιούσαν όταν ο Ερνάν Κορτές κατέλαβε το Μεξικό», του είπα.
Αυτός αμύνθηκε:
«Ναι, αλλά κοίτα τώρα σε ποιανού τα χέρια βρίσκεται».

Τώρα τραβά τα τελευταία κομμάτια κρέατος από το δέρμα για να το κατεργαστεί. Μου δείχνει περήφανος το δέρμα. Δεν έχει ούτε μία τρύπα.
«Ακριβώς στο μάτι», κομπάζει. «Είναι ο μόνος τρόπος να μην έχει το δέρμα σημάδια κακομεταχείρισης», προσθέτει.
«Και τι θα κάνεις με το δέρμα», ρωτάω.
Ο γερο-Αντόνιο δεν μου απαντά, συνεχίζει να σκίζει σιωπηλά το δέρμα του λιονταριού με τη ματσέτα του. Κάθομαι στο πλάι του και, αφού γεμίσω την πίπα, κάνω να του στρίψω ένα τσιγάρο. Του το δίνω χωρίς να πω κουβέντα, αυτός το εξετάζει και το ανοίγει.
«Σου λείπει πείρα», μου λέει καθώς το ξεστρίβει.
Καθόμαστε να συμμετάσχουμε μαζί σε αυτή την τελετή του καπνίσματος.
Ρουφηξιά τη ρουφηξιά, ο γερο-Αντόνιο ξετυλίγει την ιστορία:
«Το λιοντάρι είναι δυνατό, γιατί τα άλλα ζώα είναι αδύναμα. Το λιοντάρι τρώει το κρέας των άλλων, γιατί τα άλλα το αφήνουν να το φάει. Το λιοντάρι σκοτώνει με με τα νύχια ή με τα δόντια. Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας. Στην αρχή πλησιάζει σιγά σιγά… αθόρυβα, γιατί έχει σύννεφα στα πόδια που σκοτώνουν το θόρυβο. Κατόπιν πηδά και αναποδογυρίζει το θύμα, μια επίθεση που ποντάρει περισσότερο στον αιφνιδιασμό απ’ ό,τι στη δύναμη.
»Κατόπιν στέκεται και το κοιτάζει. Κοιτάζει τον αιχμάλωτό του. Έτσι… (ο γερο-Αντώνιο ζαρώνει τα φρύδια και με καρφώνει με τα μαύρα του μάτια). Το καημένο το ζωάκι που θα πεθάνει απομένει να κοιτάζει μονάχα, κοιτάζει το λιοντάρι που το κοιτάζει. Το ζωάκι δεν βλέπει πια τον ίδιο του τον εαυτό, βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει την εικόνα του στη ματιά του λιονταριού, βλέπει ότι, στα μάτια του λιονταριού, είναι μικρό και αδύναμο.
»Το ζωάκι ούτε που το σκεφτόταν αν είναι μικρό ή αδύναμο, ήταν, βλέπεις, ένα ζωάκι, ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε δυνατό ούτε αδύναμο. Αλλά τώρα βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει το φόβο. Και βλέποντας ότι το βλέπουν, το ζωάκι πείθεται, από μόνο του, ότι είναι μικρό και αδύναμο. Και, βλέποντας το φόβο του που βλέπει ότι το λιοντάρι τον βλέπει, φοβάται. Κι έτσι το ζωάκι δεν βλέπει τίποτα πια, παγώνουν τα κόκαλά του, έτσι όπως όταν μας πιάνει η βροχή στο βουνό τη νύχτα, μέσα στο κρύο. Κι έτσι το ζωάκι παραδίνεται έτσι απλά, αφήνεται, και το λιοντάρι το καταβροχθίζει αλύπητα.
»Έτσι σκοτώνει το λιοντάρι. Σκοτώνει κοιτάζοντας. Αλλά υπάρχει ένα ζωάκι πουυ δεν κάνει έτσι, που, όταν το σταματά το λιοντάρι, δεν δίνει σημασία και συνεχίζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα, κι αν το λιοντάρι το αρπάξει, αυτό απαντά μ’ ένα γρατζούνισμα με τα χεράκια του, που είναι μικρά αλλά το αίμα που βγάζουν πονάει. Κι αυτό το ζωάκι δεν αφήνεται στο λιοντάρι, γιατί δεν βλέπει ότι το βλέπουν… είναι τυφλό. Τυφλοπόντικες τα λένε αυτά τα ζωάκια».
Φαίνεται πως ο γερο-Αντόνιο σταμάτησε να μιλά.

Εγώ δοκιμάζω ένα «Μια, αλλά…». Ο γερο-Αντόνιο δεν με αφήνει να συνεχίσω. εξακολουθεί να διηγείται την ιστορία, καθώς στρίβει άλλο ένα τσιγάρο. Το κάνει αργά, γυρνώντας και κοιτάζοντάς με από καιρού εις καιρό για να δει αν τον προσέχω.
«Ο τυφλοπόντικας έμεινε τυφλός γιατί, αντί να βλέπει προς τα έξω, βάλθηκε να κοιτάζει την καρδιά, έμεινε να κοιτάζει προς τα μέσα. Και κανείς δεν ξέρει γιατί του μπήκε στο μυαλό του τυφλοπόντικα να κοιτάζει προς τα μέσα. Και βρίσκεται ο τυφλοπόντικας να κοιτάζει ανόητα την καρδιά και έτσι δεν νοιάζεται για δυνατούς κι αδύναμους, για μεγάλους ή μικρούς, γιατί η καρδιά είναι η καρδιά και δεν μετριέται όπως δεν μετριούνται τα πράγματα ή τα ζώα. Κι αυτό, το να κοιτάζει κανείς προς τα μέσα, μπορούσαν να το κάνουν μονάχα οι θεοί, κι έτσι οι θεοί τον τιμώρησαν τον τυφλοπόντικα και δεν τον άφησαν πια να βλέπει προς τα έξω και επιπλέον τον καταδίκασαν να ζει και να περπατά κάτω από τη γη. Και γι’ αυτό ο τυφλοπόντικας ζει κάτω από τη γη, γιατί τον τιμώρησαν οι θεοί. Κι ο τυφλοπόντικας δεν στεναχωρήθηκε, επειδή συνέχισε να κοιτάζει προς τα μέσα. Και γι’ αυτό ο τυφλοπόντικας δεν φοβάται το λιοντάρι. Κι ούτε ο άνθρωπος που ξέρει να κοιτάζει την καρδιά φοβάται το λιοντάρι.»

Γιατί ο άνθρωπος που ξέρει να κοιτάζει την καρδιά δεν βλέπει τη δύναμη του λιονταριού, βλέπει τη δύναμη της καρδιάς του, κι έτσι κοιτάζει το λιοντάρι, και το λιοντάρι τον βλέπει που το κοιτάζει ο άνθρωπος, και το λιοντάρι βλέπει πως στα μάτια του ανθρώπου είναι μόνο ένα λιοντάρι και το λιοντάρι βλέπει πως το βλέπουν και φοβάται και το βάζει στα πόδια».
«Κι εσείς κοιτάξατε την καρδιά σας για να σκοτώσετε αυτό το λιοντάρι;», διακόπτω.

Αυτός απαντά:
«Εγώ; Όχι, άνθρωπέ μου, εγώ κοίταξα το σκόπευτρο της καραμπίνας και το μάτι του λιονταριού κι έτσι απλά πυροβόλησα… Για την καρδιά, ούτε που το θυμήθηκα…»
Εγώ ξύνω το κεφάλι μου όπως κάνουν, καθώς έμαθα, εδώ όποτε δεν καταλαβαίνουν κάτι.
Ο γερο-Αντόνιο σηκώνεται αργά, παίρνει το δέρμα, το εξετάζει προσεκτικά. Μετά το τυλίγει και μου το παραδίδει.
«Πάρ’ το», μου λέει. «Σ’ το χαρίζω, για να μην ξεχάσεις ποτέ ότι το λιοντάρι και το φόβο τα σκοτώνεις αν ξέρεις που να κοιτάξεις…»
Ο γερο-Αντόνιο γυρνά και μπαίνει στην καλύβα του. Στη γλώσσα του γερο-Αντόνιο αυτό σημαίνει: «Τέλειωσα πια. Αντίο».
Εγώ έβαλα σε μια πλαστική σακούλα το δέρμα του λιονταριού κι έφυγα…

ΟΙ άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Υποδιοικητής ΜΑΡΚΟΣ
(12 διηγήματα από την πένα του
Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος)

οι εκδόσεις των συναδέλφων

Read 35008 times Last modified on Wednesday, 20 May 2015 18:48