ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

στηριζόμενοι στην κανονικότητα

κάνουμε φοβερά πράγματα 


 

 

 

 
Sunday, 22 December 2013 02:00

Ποιήματα || του Γιώργου Φαλελάκη Featured

Written by 
Rate this item
(0 votes)

Ο Γιώργος Φαλελάκης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 41 ετών, το σεπτέμβρη του 2006 . Είχε νοσηλευτεί και βιώσει τις συνθήκες στο Ψυχιατρείο της Σούδας και ήταν μια μόνιμη φωνή διαμαρτυρίας, ώστε να κλείσουν τα ψυχιατρεία, στα οποία, όπως έλεγε, κανείς δεν ξέρει γιατί μπήκε. ... Ένας ποιητής της ελευθερίας, αγωνιστής των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων Στέρεη γη Μάτια θολά Μια σημαία Όλα σαθρά Κουράγιο, Οι τέχνες γρηγορούν. --------------------------------------------- Οι ψευδαισθήσεις οι ονειρικές Σου δίνουν την πίκρα του τσιγάρου Οι άνθρωποι αγαπούν όταν αγαπιούνται Όπως η φύση γεννά ένα λουλούδι Που φέρνει την άνοιξη Απόψε σε θέλω κοντά μου Θέλω να μυρίσω τα χνώτα σου,Να χαρώ τις ορμές σου. Σ’ αγαπώ ------------------------------------------------- Κάποτε σκέφτηκα ότι μπορεί Να ήμουν ένα μυρμήγκι Και άρχισα να μαζεύω Τα ψίχουλα της ζωής σου. Ονειρεύτηκα ότι είμαι ένα τζιτζίκι Και άρχισα στον ύπνο μου Να τζιτζιρίζω το καλοκαίρι της ζωής σου. Πέταξα σαν ένα χελιδόνι Γυρεύοντας Την άνοιξη Της ζωής σου. Όμως φαντάστηκα ότι είμαι ένα άλογο Και άρχισα να καλπάζω Προς τα λημέρια Της ζωής σου. Είμαι ένας άνθρωπος που αγάπησα Τα πιο πολύτιμα πράγματα της ζωής σου Σε πόθησα μέσα από τα πολύχρωμα Μάτια της ψυχής σου. -------------------------------------------------------------- Όταν γυρνάς το κλειδί από μέσα Κλείνεις την πόλη απ’ έξω Έχεις κρατήσει τις σιωπές της. ------------------------------------------------------------- Κύλησε ο ήχος της σιωπής Δυο μέτρα βλέμματος απόσταση. Δώσαμε τα πάντα να κρατηθούμε στην επιφάνεια. Μας πήρε από κάτω. Ναυαγοί σε στέρεο έδαφος. Κάτι ψυχές – σωσίβια από παντού Κρατηθήκαμε γερά Ύστερα ήρθε η συνέχεια. Ποιος ξέρει; ------------------------------------------------------------- Θα ‘ρθει μια στιγμή Που θα ρουφάμε όλοι Από τα χείλη του έρωτα, τον χρόνο. Ατέρμονα και συμβατικά, Αφού οι χορδές των οργάνων Θα υποκύπτουν στη φθορά τους Ισως το χρώμα των ματιών σου Να ζηλεύεται από το ουράνιο τόξο Με τη βροχή. Και το βλέμμα ατενίζει τη χαμένη νεότητα. Η νεότητα απορροφά τη γήρανση της μνήμης. Όμως το αύριο ανήκει Στην ακατάληπτη ροή της άνοιξης Μιας άνοιξης Που τα λουλούδια ανθίζουν αβέβαια Κι εγώ να σε αγγίζω Ιδεατά και άφοβα. Μου λείπεις! --------------------------------------------------------------- Άνοιξα μια πόρτα στο όραμα Όλα αχνά Και η άνοιξη και η προοπτική Δούλεψα χρόνια στο αμόνι του «σύνηθες» Πήρα απολαβές με το σταγονόμετρο, αχνά Ήταν ο πόνος πολύς Ήταν τα χείλη σου υγρά Ήταν τα μάτια σου αχνά Πρωινό και ζουμπούλια. Κρατήθηκα στα όρια του «συνεχές» Ήταν αργά για αναιρέσεις Σήκωσα το πέτο πιο ψηλά Και προχώρησα. --------------------------------------------------------- Μια τρίχα από το κασκέτο ενός μπολσεβίκου Μία παράγραφος απ’ το κεφάλαιο του Μαρξ Ένας στίχος από τη Μασσαλιώτισσα Ένα πανό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Θα ‘θελα να ‘μουνα. Η ομίχλη που σκέπασε το πτώμα του Τσεκεβάρα Ένα γαρύφαλλο στον τάφο του Πέτρουλα Μια κηλίδα αίμα στο κορμί της Κωνσταντοπούλου Μια μολότοφ στο πρόσωπο ενός μπάτσου. Θα ‘θελα να ‘μουνα. Μια χορδή στην κιθάρα του Μπομπ Ντύλαν Ο αισθησιασμός στη φωνή της Αλεξίου Μια αρτηρία στην καρδιά σου Μια προοπτική στα όνειρά σου. Θα ‘θελα να ‘μουνα. Το σαρδόνιο χαμόγελο του Μέγα Αλέξανδρου Λίγο πριν κόψει τον Γόρδιο Δεσμό Η σκλάβα που χόρεψε για τις μπότες του Τσέγκινς Χαν Η μετάληψη στο στόμα ενός λεπρού. Το άχνισμα του καφέ στο στόμα ενός ψυχοπαθή. Θα ‘θελα να ‘μουνα. ---------------------------------------------------------------------------------- Πάλι νύχτωνε Τελευταία η μοναξιά του μονοπωλούσε τις αισθήσεις. Κρατήθηκε στα όρια του συνηθισμένου δρομολογίου. Κλείστηκε στην κάμαρα. Κουβαλούσε ένα πρόωρο ουρλιαχτό μαζί του. Το πρόλαβε με δόντια σφιχτά και στόμα ερμητικά κλειστό. Πήρε τους δρόμους. Το πρωινό τον βρήκε στο λιμάνι. Το περίμενε να βγει – είχαν ραντεβού μόνιμα – Ο ήλιος βγήκε, ο αλήτης ζέστανε τις χούφτες του, Φυσώντας ώρα πολλή τα χέρια του. Αντίο πόλη. Όντως είχε ξημερώσει. ------------------------------------------------------------------- Κάνε κουμάντο στο ψεύτικα αφημένο βλέμα σου. Οδήγησέ το στα όρια, έξω από τους δρόμους της ψυχής σου. Ζήτησε άφεση ενοχών Από τον φτηνά διακοσμημένο περίγυρό σου. Βάψε με το σάπιο κεράσι τα χείλη σου. Δώσε τροχιά στις ορμές σου. Σ’ αγαπώ. ------------------------------------------------------------------------------------- Με τη φυγή των ματιών σου προς το άπειρο ονειρεύομαι. Με τον παλμό της καρδιάς σου Ερωτεύομαι. Το βλέμα σου καρφωμένο στο αφηρημένο ζεστό χαμόγελο του κορμιού σου Γεύομαι, αργοκυλώ με τα φιλιά μου πάνω σου. ------------------------------------------------------------------------------ Υπάρχουν κάτι κραυγές που φωλιάζουν μεσ’ στα μάτια μας. Υπάρχουν κάτι φωνές, πουλιά φωνές που εδρεύουν μεσ’ στ’ αυτιά μας. Εγώ και οι φίλοι μου τρέχουμε στις ταράτσες των γκρίζων κτιρίων, κάνουμε τραμπάλα σε μη μονωμένα καλώδια, σαν τα πουλιά που τους αφαιρούν την άνοιξη. Όταν η σκοτεινιά ακουμπά την σκοτεινιά της νύχτας τότε τα πράγματα αλλάζουν. Αγριεύουμε, αρνούμαστε, συμβιβαζόμαστε Μέσα στα όρια μιας δόσης που μας φτιάχνει. Το βράδυ, στους έξω δρόμους έβρεχε καραμελίτσες, σε χρυσαφί περιτυλίγματα. Όμως όλοι κοιτούσαμε με μάτια σφαλιχτά χωρίς το δάκρυ να κυλά. Καλύτερα βασιλιάς στην κόλαση, παρά δούλος στον παράδεισο. --------------------------------------------------------------------- Εγώ δεν μπόρεσα ν’ ανοίξω ένα παράθυρο στην ελπίδα ούτε και άντεξα ν’ αφήσω το αίμα μου να ποτίσει το όραμα. Εγώ το μόνο που μπόρεσα ήταν να μείνω πιστός στη ζεστασιά των χεριών σου στο διαρκές αγκάλιασμα των χειλιών σου στη συνεχή ενατένιση των ματιών σου. Αν οι άλλοι σε πήραν και σ’ έκαναν παντιέρα κι αν σου δώσω υποσχέσεις για καλύτερες μέρες, κι αν αγαπάς λόγια που κανείς δεν σου είπε, ένα μόνο να ξέρεις από τώρα και πέρα. Οι προφήτες γεννιούνται και πεθαίνουν αυθημερόν. ----------------------------------------------------------------------- Η πόλη απόψε χάνει τα κλειδιά της. Η εξουσία συνεχώς ταΐζει με ψίχουλα τα παιδιά της. Σα να μου φαίνεται ότι κάπου η ώρα φτάνει Εμπρός λοιπόν, για μια ατέλειωτη νίκη του καλοκαιριού τις ώρες που η κάψα καίει τα τζιτζίκια του. ------------------------------------------------------------------------------ Ψάχνω στα δένδρα την άνοιξη Ψάχνω στον ήλιο τον έρωτα Πονάω απ’ τη χλωμή φεγγαράδα Ανασαίνω τη σκοτεινιά της νύχτας περνάω τις μέρες μονότονα ----------------------------------------------------------------------- Η Ιθάκη ήταν ο στόχος της επιστροφής. Όμως το στίγμα στο χάρτη ήταν αόρατο. Αναλώθηκε στο ψάξιμο της απουσίας. Βρήκε κερί, καταχνιά και αρώματα φυγής. Τιμόνια, σειρήνες, χαμός. Και τότε ο μικρός Οδυσσέας άλλαξε κανάλι. --------------------------------------------------------------------- Εκεί που η νύχτα αρχίζει στις 6, και τελειώνει στις 9:30 Με το δελτίο καιρού και θαλασσών. Εκεί που η άνοιξη έρχεται με ψόφια χελιδόνια, και το καλοκαίρι με βουρκωμένα μάτια. Εκεί που του φθινοπώρου τα φύλλα είναι πεσμένα προ πολλού, και ο Χειμώνας άνυδρος. Εκεί που η ώρα μετρά νεκρούς και πεθαμένους Εκεί που το σήμα του μπάτσου βγαίνει στο σφυρί για λίγα γαλόνια βενζίνη Εκεί που οι ρόδες λασπώνουν με αίματα. Τα κόκκινα αίματα του ναρκομανή. Εκεί που η νύχτα σου ράβει τα μάτια με ατσαλόσυρμα. Τα τραίνα φύγαν αμετάκλητα και άδεια. Οι φυλακές γέμισαν από σύφιλη και τα κρεματώρια από αρωματισμένους. Εκεί που το βλέμα σου αγγίζει τα όρια της δικής μου ψυχοπάθειας. Εκεί που οι ποιητές λυτρώθηκαν με το στίχο τους “μισώ” Εκεί που τα όνειρα μπαίνουν υποθήκη για στεγαστικά δάνεια, ονειροπαρμένων τραβεστί. Εκεί που τα δώρα του Αχιλλέα ακοντιούν την Πηνελόπη και ο Οδυσσέας δέσμιος στην Ιθάκη του. Αποτοξίνωση. --------------------------------------------------------------- Imitasion συνειδήσεις και πτύελα Rectifie εγκεφάλου και παράνοια Φτάσαμε στα άκρα. Λοβοτομές,ηλεκτροσόκ και γάγραινα. Σε μισώ κόσμε που κρύβεις σίδερα. Μου μπαίνουν χιαστί. Αχ καρδούλα που δε σ’ αγγίζω. Σε ποθώ ------------------------------------------------------------------- Το κίνημα και εσύ στη μέση Όλα σε πιέζουν. Δεν έχεις τη δύναμη ούτε να σπάσεις. Ξερνάς φροντίδα και παγωνιά καπνίζεις στους δρόμους κι αφήνεις στάχτες ονείρων … Φοβάσαι γι αυτό που δεν πρέπει κι ας είσαι μόνος κι αδιάφορος Μυρίζεις ωμότητα. Ποτέ ανανέωση. ----------------------------------------------------------------- Μη με κοιτάς σαστισμένα δεν θα σου πω τίποτα περισσότερο απ’ αυτά που περιμένεις ν’ ακούσεις. Δεν θα σου φέρω τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που θες. Είμαι ένα φυτό που αναπτύσομαι μες τη σαπίλα της κοινωνίας κυλάει βρώμικο νερό στους ιστούς μου. Ο ήλιος σαπίζει μέσα μου μπροστά στην τέντα ενός τελευταίου ορόφου μιας πολυκατοικίας. Εγώ όμως χρειάζομαι οξυγόνο. Θέλω να φωτοσυνθέσω, να ζήσω. Η βροχή πέφτει βασανιστική μου παραλύει τις τελευταίες ελπίδες. Απόψε δεν θα μου δώσεις οξυγόνο; Όμως το χρειάζομαι. ------------------------------------------------------------------------ Αντίκρυ σε μάτια προκλητικά αμύνομαι κρατώντας ανέπαφη την ευαισθησία. Βάζω μια μάσκα ψάχνοντας επιτυχία και αναγνώριση γελοία πράγματα χωρίς νάσαι παιδί για όλα αυτά που φεύγουν για μας που μένουμε μετέωροι και πειραγμένοι ποτέ ανέπαφοι. Σε κάθε σύνθημα, αγοράζεις δυσφορία. Σκαλίζεις πεισματικά το πετσί σου. Αν θες ακούς τους άλλους σ’ αυτά που γίνονται έξω από σένα.

Read 977 times Last modified on Wednesday, 22 April 2015 01:00