ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

οι παρελάσεις βρωμάνε φασισμό


 

 

 

 
Tuesday, 15 October 2013 03:00

Έρωτας, έρωτας || Λουίς Μπουνιουέλ Featured

Written by 
Rate this item
(0 votes)

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ, που συνέβη στη Μαδρίτη γύρω στο 1920, την εποχή που έμενα στην Εστία, με είχε για πολύ καιρό συνεπάρει. Σε μια συνοικία που ονομάζεται Αμανιέλ, ένας φοιτητής και η νεαρή μνηστή του αυτοκτόνησαν στον κήπο ενός εστιατορίου. Ξέραμε ότι ήταν πολύ ερωτευμένοι. Οι οικογένειές τους γνωρίζονταν και είχαν θαυμάσιες σχέσεις. Όταν έγινε η αυτοψία του νεαρού κοριτσιού, διαπιστώθηκε ότι ήταν παρθένα. Κανένα πρόβλημα, κανένα εμπόδιο δεν φαίνεται να υπάρχει στην ένωση αυτών των δυο νέων παιδιών, των «εραστών του Αμανιέλ». Ήταν έτοιμοι να παντρευτούν. Τότε λοιπόν γιατί αυτή η διπλή αυτοκτονία; Δεν θα μπορέσω να φωτίσω και πολύ αυτό το μυστήριο. Ίσως όμως ένας έρωτας φλογερός, ανώτερος, που αγγίζει τα όρια του πάθους, είναι ασυμβίβαστος με τη ζωή. Είναι πολύ μεγάλος, πολύ δυνατός γι’ αυτήν. Μόνο ο θάνατος μπορεί να τον χωρέσει.

Εδώ κι εκεί, σ’ αυτό το βιβλίο, μιλώ για τον έρωτα και για τους έρωτες, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ύπαρξης. Στα παιδικά μου χρόνια έχω νιώσει τα πιο δυνατά ερωτικά αισθήματα, πέρα από οποιαδήποτε σεξουαλική έλξη, για κορίτσια, αλλά και για αγόρια, της ηλικίας μου. Mi alma niña y niño, όπως έλεγε και ο Λόρκα: «Ψυχή μου, αγόρι και κορίτσι μαζί». Ήταν έρωτες καθαρά πλατωνικοί. Ένιωθα ερωτευμένος, όπως ένας φλογερός μοναχός μπορεί ν’ αγαπά την Παρθένο Μαρία. Και μόνο η ιδέα ότι μπορούσα ν’ αγγίξω το φύλο ή τα στήθη ενός κοριτσιού ή να νιώσω τη γλώσσα της ν’ ακουμπάει τη δική μου, με απωθούσε. Αυτοί οι πλατωνικοί έρωτες κράτησαν μέχρι τη σεξουαλική μου μύηση –που έγινε φυσιολογικά σ’ ένα μπορντέλο της Σαραγόσας- για να δώσουν τη θέση τους στις συνηθισμένες σεξουαλικές επιθυμίες, χωρίς όμως ποτέ να εξαφανιστούν τελείως. Αρκετά συχνά, μπορεί κανείς να το παρατηρήσει κατ’ επανάληψη σ’ αυτό το βιβλίο, έχω διατηρήσει πλατωνικές σχέσεις με γυναίκες με τις οποίες ήμουν ερωτευμένος. Μερικές φορές αυτά τα συναισθήματα που πήγαζαν απ’ την καρδιά μου αναμειγνύονταν με ερωτικές σκέψεις, αλλά όχι πάντα. Από την άλλη μπορώ να πω ότι, από ηλικία δεκατεσσάρων ετών μέχρι και τα τελευταία αυτά χρόνια, η σεξουαλική επιθυμία δεν μ’ έχει εγκαταλείψει. Μια επιθυμία δυνατή, καθημερινή, πιο απαιτητική ακόμη κι από την πείνα, συχνά πιο δύσκολη να ικανοποιηθεί. Μετά βίας γνώριζα κάποιες στιγμές ηρεμίας. για παράδειγμα, δεν προλάβαινα να καθίσω σ’ ένα διαμέρισμα τρένου και αμέσως με τύλιγαν ερωτικές εικόνες. Ήταν αδύνατο να αντισταθώ σ’ αυτή την επιθυμία, να την ξεπεράσω, να την ξεχάσω. Δεν μπορούσα παρά να υποτάσσομαι.

Κι εκείνη κάθε φορά ξαναγύριζε, ακόμα πιο δυνατή. Στα νιάτα μας δεν συμπαθούσαμε καθόλου τους ομοφυλόφιλους. Έχω ήδη διηγηθεί την αντίδρασή μου, όταν έμαθα τις υπόνοιες που υπήρχαν για το Λόρκα. Πρέπει να προσθέσω ότι εγώ ο ίδιος έπαιξα κάποτε ένα άσχημο παιχνίδι, σ’ ένα δημόσιο ουρητήριο της Μαδρίτης. Οι φίλοι μου περίμεναν απ’ έξω ενώ εγώ έμπαινα μέσα κι έπαιζα το ρόλο του δολώματος. Ένα βράδυ κάποιος έσκυψε προς το μέρος μου. Καθώς ο δυστυχής έβγαινε από το ουρητήριο τον πιάσαμε και τον σπάσαμε στο ξύλο, πράγμα που σήμερα μου φαίνεται εντελώς παράλογο. Εκείνη την εποχή, στην Ισπανία, η ομοφυλοφιλία ήταν ένα πράγμα σκοτεινό και απόκρυφο. Στη Μαδρίτη δεν γνωρίζαμε παρά τρεις ή τέσσερις παιδεραστές χαρακτηρισμένους, επίσημους. Ανάμεσά τους ήταν ένας αριστοκράτης, μαρκήσιος, που πρέπει να ήταν περίπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου. Τον συναντώ μια μέρα σε μια στάση του τραμ και στοιχηματίζω με το φίλο που ήταν μαζί μου ότι θα κερδίσω είκοσι πέντε πεσέτες. Πλησιάζω το μαρκήσιο, του κάνω τα γλυκά μάτια, πιάνουμε κουβέντα και καταλήγει να μου δώσει ραντεβού για την επόμενη, σ’ ένα καφενείο. Αφήνω να εννοηθεί ότι είμαι νέος, τα δίδακτρα του σχολείου ακριβά. Μου δίνει είκοσι πέντε πεσέτες. Όπως καταλαβαίνετε, δεν πήγα στο ραντεβού. Μια βδομάδα αργότερα, πάλι στη στάση του τραμ, συνάντησα τον ίδιο μαρκήσιο. Μου έκανε νεύμα αναγνώρισης, αλλά του απάντησα με μια χοντρή χειρονομία με το μπράτσο. Και δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Για διάφορους λόγους -από τους κυριότερους είναι χωρίς αμφιβολία η δειλία μου- οι περισσότερες γυναίκες που μου άρεσαν μου έμειναν απρόσιτες. Χωρίς αμφιβολία επίσης, δεν τους άρεσα. Αντίθετα μου έχει συμβεί να με κυνηγούν γυναίκες που μου ήταν τελείως αδιάφορες. Αυτή η δεύτερη κατάσταση μου φαίνεται ακόμα πιο δυσάρεστη από την πρώτη. Προτιμώ να αγαπώ παρά να με αγαπούν. Δεν θα διηγηθώ παρά μόνο μια περιπέτεια, που έζησα στη Μαδρίτη, το 1935. έκανα τον παραγωγό του κινηματογράφου. Πάντα αισθανόμουν μια έντονη απέχθεια για τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες που επωφελούνται από τη θέση τους και τη δύναμή τους, για να κοιμούνται με τα νέα κορίτσια –είναι πολλά- που ονειρεύονται να γίνουν ηθοποιοί. Αυτό δεν μου συνέβη παρά μία και μοναδική φορά, και κράτησε ελάχιστα. Το 1935 λοιπίν, γνώρισα στη Μαδρίτη μια όμορφη «φιγκυράντ» μόλις δεκαεπτά δεκαοκτώ χρονών, και την ερωτεύτηκα. Ας την ονομάσουμε Πεπίτα. Φαινόταν πολύ αθώα και ζούσε με τη μητέρα της σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Αρχίσαμε να βγαίνουμε μαζί, να πηγαίνουμε για πικνίκ στη σιέρα, να χορεύουμε στους χορούς της Μπομπίγια, κοντά στο Μανθανάρες, διατηρώντας πάντα σχέσεις τελείως αγνές. Εκείνη την εποχή είχα τα διπλά χρόνια από την Πεπίτα και, παρ’ όλο που ήμουν ερωτευμένος μαζί της (ή μάλλον εξαιτίας αυτού του έρωτα), τη σεβόμουν.

Της έπιανα το χέρι, την έσφιγγα πάνω μου, τη φιλούσα συχνά στο μάγουλο, αλλά παρ’ όλο που υπήρχε ένας πραγματικός πόθος, οι σχέσεις παρέμειναν καθαρά πλατωνικές για σχεδόν δυο μήνες. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Την προηγούμενη κάποιας μέρας που θα πηγαίναμε οι δυο μας εκδρομή, γύρω στις έντεκα το πρωί, βλέπω να καταφθάνει σπίτι μου ένας άντρας που τον ήξερα, γιατί δούλευε στον κινηματογράφο. Πιο κοντός από μένα, χωρίς τίποτα το αξιοπρόσεχτο στην εμφάνισή του, περνούσε για γόης. Κουβεντιάσαμε λίγο πάνω σε ασήμαντα θέματα κι ύστερα μου λέει: -    Θα πας αύριο στη σιέρα με την Πεπίτα; -    Πώς το ξέρεις; τον ρωτάω κατάπληκτος. -    Κοιμήθηκα μαζί της σήμερα το πρωί, και μου το είπε. -    Σήμερα το πρωί; -    Ναι. Στο σπίτι της. Έφυγα στις εννιά, μου είπε: «αύριο δεν θα μπορέσω να σε δω, γιατί θα πάω εκδρομή με τον Λουίς». Τα είχα χαμένα. Ήταν φανερό ότι είχε έρθει μόνο και μόνο για να μου το πει. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Του λέω: -    Μα είναι δυνατόν! Μένει με τη μητέρα της! -    Ναι, αλλά η μητέρα της κοιμάται δίπλα. Κατ’ επανάληψη, στο στούντιο, είχα προσέξει ότι μιλούσε με την Πεπίτα, αλλά χωρίς να δίνω σημασία. Τι σοκ! Του λέω: -    Κι εγώ που πίστευα ότι είναι τελείως αθώα! -    Ναι, απαντάει, το ξέρω. Και μ’ αυτά τα λόγια έφυγε. Στις τέσσερις το απόγευμα, την ίδια μέρα, ήρθε στο σπίτι μου η Πεπίτα. Χωρίς να της αποκαλύψω τίποτε για την επίσκεψη του εραστή της, κρύβοντας τα αισθήματά μου, της λέω: -    Άκου Πεπίτα, έχω να σου προτείνω κάτι. Μου αρέσεις πολύ και θέλω να γίνει ερωμένη μου. Θα σου δίνω δυο χιλιάδες πεσέτες το μήνα, θα εξακολουθήσεις να μένεις με τη μητέρα σου, αλλά θα κάνεις έρωτα μαζί μου. Δέχεσαι; Φάνηκε έκπληκτη, μου απάντησε με κάτι μισόλογα και δέχτηκε. Αμέσως της ζήτησα να γδυθεί, τη βοήθησα να το κάνει και την κράτησα γυμνή στην αγκαλιά μου. Αλλά ο εκνευρισμός και η συγκίνηση με είχαν παραλύσει. Μετά από μισή ώρα της πρότεινα να πάμε να χορέψουμε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό μου, αλλά αντί να κατευθυνθώ προς την Μπομπίγια, βγήκα από τη Μαδρίτη. Γύρω στα δέκα χιλιόμετρα από την Πουέρτα ντε Χιέρρο, σταμάτησα το αυτοκίνητο, κατέβασα κάτω την Πεπίτα στην άκρη του δρόμου, και της είπα: -    Πεπίτα, ξέρω ότι κοιμάσαι με άλλους άντρες. Μη μου πεις το αντίθετο. Λοιπόν, αντίο. Σ’ αφήνω εδώ. Έκανα στροφή επί τόπου και γύρισα μόνος στη Μαδρίτη, αφήνοντας την Πεπίτα να έρθει με τα πόδια. Από κείνη τη μέρα οι σχέσεις μας διακόπηκαν.

Την ξαναείδα πολλές φορές στο στούντιο, αλλά δεν της απηύθυνα το λόγο παρά μόνο για επαγγελματικές υποδείξεις. Κι έτσι τελείωσε η ερωτική μου ιστορία. Για να είμαι ειλικρινής, μετάνιωσα για τη συμπεριφορά μου και μετανιώνω ακόμη. Όταν ήμαστε νέοι ο έρωτας μας φαινόταν ένα αίσθημα παντοδύναμο, ικανό να μεταμορφώσει μια ζωή. Ο σεξουαλικός πόθος ήταν αναπόσπαστο στοιχείο του αλλά συνοδευόταν από ένα αίσθημα προσέγγισης, κατάκτησης και αμοιβαιότητας που θα μπορούσε να μας υψώσει πάνω από την καθημερινότητα και να μας κάνει ικανούς για μεγάλα πράγματα. Μια από τις περίφημες έρευνες των σουρεαλιστών άρχιζε με την ερώτηση: «Τι ελπίδες στηρίζετε στον έρωτα;» Εγώ απάντησα: «Αν αγαπώ, όλες μου τις ελπίδες. Αν δεν αγαπώ, καμία». Το να αγαπούμε μας φαινόταν αναγκαίο στη ζωή, σε κάθε πράξη, σε κάθε σκέψη, σε κάθε αναζήτηση.

Σήμερα, αν πιστέψω αυτά που μου λένε, συμβαίνει με τον έρωτα ό,τι και με την πίστη στο Θεό. Τείνει να εξαφανιστεί – τουλάχιστον σε ορισμένους χώρους. Πρόθυμα τον χαρακτηρίζουν σαν ένα ιστορικό φαινόμενο, σαν μια ψευδαίσθηση του πολιτισμού. Τον μελετούν, τον αναλύουν – και ει δυνατόν, τον θεραπεύουν. Διαμαρτύρομαι. Δεν υπήρξαμε θύματα μιας ψευδαίσθησης. Όσο κι αν μερικοί δυσκολεύονται να το πιστέψουν, αγαπήσαμε πραγματικά. Η Τελευταία Πνοή Λουίς Μπουνιουέλ Εκδόσεις Οδυσσέας

Read 969 times Last modified on Monday, 20 April 2015 01:00