ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

Οργή και θλίψη

 

 

 

 
Saturday, 21 January 2017 00:00

Αστική γεωργία: Το παράδειγμα της Κούβας

Written by 
Rate this item
(0 votes)

Μέχρι το 1989 η Κούβα ήταν ένα μοντέλο οικονομίας βασισμένο στις μονάδες κρατικής γεωργικής παραγωγής μεγάλης κλίμακας και εξαρτημένο από τις τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, χημικών προϊόντων και μηχανημάτων που εισάγονταν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους από την ΕΣΣΔ και σκοπό είχαν την παραγωγή και εξαγωγή αγροτικών προϊόντων. Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989, η Κούβα βρέθηκε ξαφνικά μετέωρη. Χωρίς να μπορεί να εισάγει από αλλού, λόγω του εμπάργκο που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ, η έλλειψη του πετρελαίου άρχισε να γίνεται εμφανής και να επηρεάζει σοβαρά την οικονομία της χώρας, ενώ οι εξαγωγές ζάχαρης διακόπηκαν απότομα και οι εισαγωγές τροφίμων σταμάτησαν.

Η Κούβα εξήγαγε 66% του συνόλου παραγωγής  ζάχαρης και το 98% των εσπεριδοειδών της, στην ΕΣΣΔ, και εισήγαγε εκείνη τη περίοδο από εκεί, το 66% των τροφίμων της, το 86% όλων των πρώτων υλών, και το 80% των μηχανημάτων και ανταλλακτικών. Κατά συνέπεια, με τη πτώση της ΕΣΣΔ, η υποστήριξη αποσύρθηκε, τα εργοστάσια έκλεισαν, η έλλειψη τροφίμων άρχισε να γίνεται αισθητή και η ήδη ανεπαρκής και πεπαλαιωμένη γεωργική τεχνολογία άρχισε να διαβρώνεται. Σαν να μην έφτανε αυτό οι ΗΠΑ αυστηροποίησαν το εμπάργκο, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τους πολίτες τους από την επιχειρηματική δραστηριότητα στην ή με την Κούβα. Όλα αυτά στην ουσία κατέδειξαν το πόσο ευάλωτο ήταν το μοντέλο της Γεωργικής Επανάστασης της Κούβας, η οποία βυθίστηκε στη χειρότερη επισιτιστική κρίση στην ιστορία της.

Το 1990 μέσω συμφωνιών ανταλλαγής, 100.000 τόνοι σίτου απέτυχαν να φτάσουν στη Χώρα και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει χρήση των αποθεμάτων σκληρού νομίσματος για να εισάγουν σιτάρι από τον Καναδά. Η τιμή των τροφίμων αυξήθηκε και τα τρόφιμα δινόταν με δελτίο για να διασφαλιστεί η δίκαιη διανομή. Συνολικά, η κατανάλωση τροφίμων μειώθηκε κατά 20% σε θερμίδες και 27% σε πρωτεΐνες μεταξύ 1989 και 1992, με τον μέσο κάτοικο της Αβάνας να χάνει 10 κιλά από το βάρος του!

Οι παραπάνω συγκυρίες ήρθαν να προστεθούν στο σοβαρό πρόβλημα αστυφιλίας, που άρχισε να γιγαντώνεται στη Κούβα. Βέβαια η αστικοποίηση είναι μια αυξανόμενη τάση σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο στην Κούβα. Περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, ζουν σε πόλεις από ό, τι στην ύπαιθρο. Οι προσπάθειες για να αντιστραφεί η τάση της αστυφιλίας απέτυχαν να ανακόψουν την αυξανόμενη παλίρροια των αγροτικών μεταναστών στις πόλεις, ιδιαίτερα προς την Αβάνα. Οι ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων και πετρελαίου ήταν οι αιτίες που οδηγούσαν τους ανθρώπους στην πρωτεύουσα. Έτσι η Κούβα ήρθε αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση. Τον διπλασιασμό της παραγωγής τροφίμων με το μισό των προηγούμενων εσόδων, με περίπου 74% του πληθυσμού να ζει σε πόλεις.

Ωραία ως εδώ. Τώρα θα σκεφτείτε πως είναι δυνατόν με μια κατάσταση που μοιάζει σχεδόν μη αναστρέψιμη, να καταφέρει ένα ολόκληρο κράτος και μάλιστα πάνω στον πανικό, να ξεφύγει απ’ αυτό το αδιέξοδο. Κι όμως τότε, ακριβώς πάνω σ’ αυτόν τον κυκεώνα, η κουβανέζικη κυβέρνηση λαμβάνει μια απόφαση σταθμό. Πραγματικά ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκαν σε όλα αυτά τα ζητήματα,  ήταν και παραμένει, μια έμπνευση για τον υπόλοιπο κόσμο (στα δύσκολα ανθούν οι ιδέες…!!!).

Ουσιαστικά δημιουργώντας λαχανόκηπους γύρω από τις πόλεις και επιτρέποντας σε όσους ήθελαν να καταλάβουν άδεια οικόπεδα στις γειτονιές και να αρχίσουν να τα καλλιεργούν και δίνοντας την άδεια να λειτουργήσουν δεκάδες λαϊκές αγορές όπου οι ίδιοι οι παραγωγοί πουλούσαν σε χαμηλές τιμές τα λαχανικά τους, έλυσαν μέσα σε μόλις 2 χρόνια οριστικά το επισιτιστικό τους πρόβλημα. Ένα παράδειγμα προς μίμηση για κοινωνίες που βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωπες με το φάσμα της πείνας. Μία βαθιά επισιτιστική κρίση μετατράπηκε σε πολιτικό και οικονομικό θρίαμβο.

Παραγωγή μέσα στην κοινότητα, από την κοινότητα, για την κοινότητα.
Ξεκίνησε με μια πανεθνική έκκληση για αύξηση της παραγωγής τροφίμων με αναδιάρθρωση της γεωργίας. Προέβλεπε τη μετατροπή από συμβατική παραγωγή μεγάλης κλίμακας και συστήματα μονοκαλλιέργειας σε μικρότερης κλίμακας φάρμες, οργανικά και ημι-οργανικά συστήματα βιολογικής γεωργίας. Στο επίκεντρο της αναδιάρθρωσης, ήταν η χρήση χαμηλού κόστους και περιβαλλοντικά ασφαλών πρακτικών και μετεγκατάσταση της παραγωγής κοντά στην κατανάλωση, προκειμένου να μειώσουν το κόστος μεταφοράς, και την αστική γεωργία να είναι ένα βασικό εργαλείο αυτής της προσπάθειας.

Ένα πραγματικά αυθόρμητο, αποκεντρωμένο κίνημα είχε προκύψει στις πόλεις. Οι άνθρωποι ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Μέχρι το 1994, πάνω από 8.000 αστικά αγροκτήματα δημιουργήθηκαν στην Αβάνα και μόνο. Κήποι,  χλοοτάπητες και προκήπια δημόσιων κτιρίων σκάφτηκαν για να φυτευθούν λαχανικά. Γραφεία, δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία  καλλιεργούν τη δική τους τροφή. Πολλοί από τους «αστικούς κηπουρούς» ήταν συνταξιούχοι άνδρες και γυναίκες ηλικίας 50 και 60 ετών. Έως το 1998, εκτιμάται ότι περίπου 541.000 τόνοι τροφίμων παράχθηκαν στην Αβάνα για τοπική κατανάλωση. Η ποιότητα των τροφίμων είχε επίσης βελτιωθεί σημαντικά,  καθώς οι άνθρωποι είχαν ευκολότερη πρόσβαση σε μεγαλύτερη ποικιλία από φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Τα αστικά αγροκτήματα συνέχισαν να αυξάνονται και κάποιες γειτονιές της Αβάνας, έφτασαν να παράγουν μέχρι και το 30% της τροφής τους.

Η ανάπτυξη της αστικής γεωργίας οφειλόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στη πολιτική δέσμευση του κράτους να διαθέσει αχρησιμοποίητα κομμάτια αστικής, προαστιακής και περιαστικής γης, καθώς και πόρους και τεχνογνωσία προς τους επίδοξους αστικούς αγρότες. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στη σωστή χρήση του νερού, την προσεκτική διαχείριση της γονιμότητας του εδάφους και την προστασία του περιβάλλοντος. Η υποστήριξη της κυβέρνησης είναι δεδομένη και πολλοί κρατικοί οργανισμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αστικής γεωργίας. Οι δημοτικές αρχές της Αβάνας μάλιστα απαγόρευσαν εξαρχής τη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων αρχικά εντός των ορίων της πόλης και έτσι τα παραγόμενα προϊόντα είναι όλα οργανικά. Έτσι κι αλλιώς όμως λόγω του εμπάργκο η Κούβα ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένη από τα χημικά φυτοφάρμακα. Το ενδιαφέρον όλων για συνεχείς βελτιώσεις παραμένει έντονο και καθημερινά σχεδόν νέες ιδέες και εφαρμογές δοκιμάζονται από παραγωγούς και επιστημονικά ινστιτούτα.

Μαζί με μια πολιτική επιδότησης της καλλιεργήσιμης γης στη πόλη, εκατοντάδες αστικά κενά και άδεια οικόπεδα μετατράπηκαν σε μικρής κλίμακας αστικά αγροκτήματα, αφιερωμένα στη παραγωγή τροφίμων. Συνοδευτικά, νέα πολεοδομικά σχέδια έδιναν απόλυτη προτεραιότητα  στη χρήση της γης για την παραγωγή τροφίμων. Για τους κατοίκους της Αβάνας η αστική γεωργία ήταν εξαρχής ένας τρόπος για να έρθουν κοντά οι παραγωγοί και οι καταναλωτές με στόχο τη σταθερή ροή φρέσκων και υγιεινών τροφίμων από την παραγωγή στην κατανάλωση. Εξαιρετική σημασία είχε εξαρχής η εγγύτητα παραγωγών και καταναλωτών, δηλαδή η τοπικότητα της όλης διαδικασίας.

Τέλος στον κρατικό συγκεντρωτισμό
Τον Σεπτέμβριο του 1993, η κυβέρνηση της Κούβας έκανε μια πολύ σημαντική πολιτική στροφή. Με τον Νόμο 142, διέσπασε τα περισσότερα μεγάλα κρατικά αγροκτήματα και δημιούργησε τις λεγόμενες Βασικές Μονάδες Συνεταιρικής Παραγωγής (Unidades Básicas de Producción Cooperativa), δηλαδή μικρότερα αγροκτήματα που ανήκουν και διευθύνονται από τους εργαζόμενους σ’ αυτά. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση του Κάστρο εγκατέλειψε το συγκεντρωτικό μοντέλο παραγωγής με στόχο τη σύνδεση των εργαζόμενων με τη γη, την ανάπτυξη αίσθησης ευθύνης, την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των εργαζόμενων και των οικογενειών τους, την άμεση διασύνδεση του εισοδήματος με την παραγωγικότητα και την αύξηση της αυτονομίας.

Παράλληλα, επιτράπηκε να λειτουργήσουν πάλι οι μέχρι τότε απαγορευμένες αγορές παραγωγών και νομιμοποιήθηκε η άμεση πώληση από τους παραγωγούς στους καταναλωτές εκτοπίζοντας τους όποιους μεσάζοντες. Η κυβέρνηση ενθάρρυνε ακόμη πιο πολύ τους αστικούς αγρότες, με ένα εκτεταμένο δίκτυο υποστήριξης (γεωπόνους εφαρμογών) που προσέφεραν βοήθεια και τεχνογνωσία. Δημιουργήθηκαν  ομάδες και «Σπίτια σπόρων» σε όλη την πόλη, όπου πωλούνταν σπόροι, εργαλεία κηπουρικής, λίπασμα και υπήρχε διανομή βιολογικών λιπασμάτων και εργαλεία βιολογικού ελέγχου με χαμηλό κόστος. Νέα βιολογικά προϊόντα και τεχνικές βιολογικής γεωργίας αναπτύχθηκαν και παράχθηκαν από τον γεωργικό ερευνητικό τομέα της Κούβας, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει τη διερεύνηση βιολογικών εναλλακτικών λύσεων προς αντικατάσταση των χημικών πρακτικών,  επιτρέποντας στα αστικά αγροκτήματα της Κούβας να γίνουν εντελώς οργανικά.

Η εγκατάλειψη του συγκεντρωτισμού από το καθεστώς επέβαλε τη ρύθμιση του δικαιώματος χρήσης της γης από τους καλλιεργητές. Η βασική προτεραιότητα ήταν να διατεθεί η γη για παραγωγή τροφίμων. Για τον λόγο αυτό, έπρεπε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα χρήσης της γης σε όσους θέλουν να καλλιεργούν τρόφιμα. Το νέο Υπουργείο Ανάπτυξης Αστικής Γεωργίας που δημιουργήθηκε ανέλαβε αυτό το έργο και άλλαξε τους πολεοδομικούς κανονισμούς ώστε οι καλλιεργητές να έχουν νομική προτεραιότητα σε κάθε αχρησιμοποίητο χώρο. Οι πολίτες που θέλουν να ξεκινήσουν ένα κήπο κάνουν αίτηση στην τοπική αυτοδιοίκηση, ζητώντας συνήθως ένα συγκεκριμένο οικόπεδο. Με την αποκεντρωτική αυτή στρατηγική, η διασφάλιση του δικαιώματος καλλιέργειας της γης γίνεται γρήγορα και με ελάχιστη γραφειοκρατία. Κάθε αχρησιμοποίητη ιδιωτική γη δίνεται ως επικαρπία σε όποιον θέλει να την καλλιεργήσει. Πάντως, αν ο καλλιεργητής δεν αρχίσει παραγωγή μέσα σε έξη μήνες, όλα τα δικαιώματα επιστρέφονται στον νόμιμο ιδιοκτήτη.

Αγρο-οικολογία και Αναδιάρθρωση της γης
Αγρο-οικολογικές μέθοδοι εισήχθησαν σε αγροτικές κοινότητες της Κούβας κυρίως λόγω της ανάγκης αντιμετώπισης γεωργικών προβλημάτων, χωρίς χημικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Υπήρξε όμως και ευρεία υποστήριξη με σημαντικούς κυβερνητικούς πόρους, χρηματοδοτούμενη έρευνα από το κράτος και  θεμελιώδεις αλλαγές σε θέματα αγροτικής πολιτικής. Η οικολογική καλλιέργεια στην ύπαιθρο και η βιολογική αστική γεωργία , ήταν το κλειδί για τη σταθεροποίηση τόσο των αστικών , όσο και των αγροτικών πληθυσμών.

Οι αγρο-οικολογικές μέθοδοι που εισήχθησαν, αποτελούνταν από  τοπικά παραγόμενα βιολογικά φυτοφάρμακα και βιολογικά λιπάσματα προς αντικατάσταση των χημικών, από πολύπλοκα αγροσυστήματα , σχεδιασμένα ώστε να επωφελούνται από οικολογικές αλληλεπιδράσεις και συνέργιες μεταξύ βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που ενισχύουν τη γονιμότητα του εδάφους, βιολογική καταπολέμηση των παρασίτων, και την επίτευξη υψηλότερης παραγωγικότητας μέσω εσωτερικών διαδικασιών. Άλλες πρακτικές περιλαμβάνουν αύξηση της ανακύκλωσης των θρεπτικών ουσιών και της βιομάζας στο πλαίσιο του συστήματος, προσθήκη οργανικής ύλης για τη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους και την ενεργοποίηση της βιολογίας του εδάφους και των υδάτων, τη διαφοροποίηση των αγροσυστηματων στο χρόνο και στο χώρο, την ένταξη των καλλιεργειών και της κτηνοτροφίας, και την ενοποίηση των στοιχείων του αστικού αγροκτήματος για την αύξηση της βιολογικής αποτελεσματικότητας και τη διατήρηση της παραγωγικής ικανότητας.

Read 259 times