ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

Περίπου επτακόσιες χιλιάδες έως ένα εκατομμύριο μετανάστες βρίσκονται σήμερα στη Λιβύη, οι περισσότεροι στα πολυπληθή κέντρα κράτησης.

 

 

Τις τελευταίες μέρες έχουμε γίνει μάρτυρες απίστευτων φρικαλεοτήτων εναντίον προσφύγων στην Λιβύη  που προσβάλλει όλους μας. Εικόνες από σκλαβοπάζαρα και αλυσοδεμένους και προφανώς βασανισμένους νέους που παραπέμπουν σε εποχές 17ου αιώνα. Ιστορίες  για εκατοντάδες μετανάστες που ζουν υπό καθεστώς ομηρίας και υπόκεινται καθημερινά σε απάνθρωπα βασανιστήρια (με ηλεκτροσόκ και ακρωτηριασμού) και βιασμούς από τις πολιτοφυλακές για να πειστούν οι οικογένειες τους να στείλουν χρήματα. Αν η οικογένεια δεν έχει χρήματα, τους πουλάνε δούλους. Πολλούς άλλους απλώς τους θανατώνουν! Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται και για τους πρόσφυγες που αναχαιτίζει το λιβυκό λιμενικό τους οποίους παραδίδει σε κάποια από τις συμμορίες, για να πουληθούν ξανά δούλοι ή να βασανιστούν, προκειμένου να πληρώσουν λύτρα οι οικογένειές τους για να τους σώσουν.

Κάθε μέρα, κατά μέσο όρο 14 μετανάστες, η μεγάλη πλειοψηφία από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, πνίγονται στην Μεσόγειο στην προσπάθεια τους για ένα καλύτερο μέλλον. Πολλοί άλλοι όμως βλέπουν πολύ πιο πριν το ευρωπαϊκό τους όνειρό να γίνεται  ένας εφιάλτης στα μπουντρούμια της Λιβύης, μιας χώρας που αποτελεί κόμβο για πολλούς μετανάστες που επιχειρούν να φτάσουν στην Ευρώπη. Είναι θύματα μιας σιωπηρής γενοκτονίας. Πεθαίνουν σε ένα «κράτος» που «διοικείται» από τρεις αντίπαλες κυβερνήσεις,  με την πραγματική δύναμη να βρίσκεται στα χέρια των ένοπλων πολιτοφυλακών/φυλών που συγκρούονται ανελέητα μεταξύ τους.

Το τραγικό είναι ότι η ΕΕ «χρηματοδοτεί» τους θύτες στην βάση της Συμφωνίας της Μάλτας (2017) σύμφωνα με την οποία η ΕΕ παρέχει άφθονη χρηματοδότηση εκατομμυρίων ευρώ και παροχή τεχνικού εξοπλισμού στις 40 πολιτοφυλακές της Τρίπολης για να εμποδίσουν τη μετανάστευση προς την Ευρώπη. Η Συμφωνία της Μάλτας, η οποία ήταν συνέχεια της συμφωνίας Ιταλίας-Λιβύης για περιορισμό των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη, προέβλεπε μεταξύ άλλων επεμβάσεις στα πλοία των διακινητών, αλλά και «εθελοντικούς επαναπατρισμούς» για όσους πρόσφυγες και μετανάστες αποφασίσουν να επιστρέψουν στις χώρες τους. Και όλα αυτά την ώρα που οργανώσεις όπως η Save the Children, η SOS Mediterranee αλλά και η Human Rights Watch φώναζαν  ότι το να στείλεις πίσω στη Λιβύη αιτούντες άσυλο και πολύ περισσότερο μικρά παιδιά, είναι σαν να τους ρίχνεις σε «μια ζωντανή κόλαση»!!

Σε καταγγελία των φρικαλεοτήτων που είδαν το φως της δημοσιότητας προχώρησε σήμερα ο Ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ Τάκης Χατζηγεωργίου με γραπτή ερώτηση που κατέθεσε προς την Eυρωπαϊκή Eπιτροπή.  Ζήτησε από την Επιτροπή να του απαντήσει από πότε είναι ενήμερη για το τι συμβαίνει στην  Λιβύη και ποια άμεσα μέτρα προτίθεται να πάρει έτσι ώστε να δοθεί ένα τέλος στο συνεχιζόμενο έγκλημα  εναντίον των προσφύγων εκεί. Τέλος, ζήτησε επίσης να μάθει αν η Επιτροπή θεωρεί ότι η πλήρης ανάθεση των επιχειρήσεων διάσωσης στο λιβυκό λιμενικό, πίσω από το οποίο βρίσκονται ομάδες που έχουν το ελεύθερο να αναχαιτίζουν τις βάρκες και να επιστρέφουν τους πρόσφυγες στην κτηνωδία των λιβυκών κέντρων έχει αποτύχει και αν όχι πως το τεκμηριώνει.

Οι βιασμοί, τα βασανιστήρια και το σύγχρονο σκλαβοπάζαρο χιλιάδων ανθρώπων στη Λιβύη, που καταδίκασαν υποκριτικά ηγέτες της Δύσης και της Αφρικής, ήταν γνωστά πολύ καιρό, σύμφωνα με μη κυβερνητικές οργανώσεις και αναλυτές, οι οποίοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου εδώ και μήνες.

Διεθνή κατακραυγή έχει ξεσπάσει με αφορμή τη μετάδοση στις 14 Νοεμβρίου ενός ντοκιμαντέρ του CNN που έδειχνε Αφρικανούς να πωλούνται σε σκλαβοπάζαρα στη Λιβύη, από όπου πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες φεύγουν με σκοπό να φτάσουν στην Ευρώπη.

Μπροστά στις αντιδράσεις ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δήλωσε «σοκαρισμένος», ο πρόεδρος της Αφρικανικής Ένωσης Άλφα Κοντέ «εξοργισμένος» η Ευρωπαϊκή Ένωση «αποτροπιασμένη» και η Γαλλία ζήτησε την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Για «υποκρισία» κάνει λόγο ο Σενεγαλέζος Χαμιντού Άνε, αναλυτής της οργάνωσης Αφρική των Ιδεών τονίζοντας ότι «όλος ο κόσμος γνώριζε, οι κυβερνώντες, οι διεθνείς οργανώσεις, οι πολιτικοί ηγέτες».

«Οι αιχμαλωσίες, η βία, τα βασανιστήρια, οι βιασμοί είναι κοινή πρακτική στη Λιβύη και για τα σκλαβοπάζαρα μιλάμε εδώ και καιρό», σημειώνει ο Αλιούν Τινέ διευθυντής για τη δυτική Αφρική της Διεθνούς Αμνηστίας, με έδρα το Ντακάρ.

Εν μέσω του χάους που εξακολουθεί να επικρατεί στη Λιβύη μετά την πτώση το 2011 του καθεστώτος του Μουάμαρ Καντάφι, η χώρα έχει μετατραπεί σε κόμβο για τους μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική που επιθυμούν να φτάσουν στην Ευρώπη.
«Στη Λιβύη δεν έχουν κανένα δικαίωμα»

«Στη Λιβύη οι μαύροι δεν έχουν κανένα δικαίωμα», είχε καταγγείλει τον Σεπτέμβριο ο Καράμο Κέιτα, ένας 27χρονος νεαρός από τη Γκάμπια που επέστρεψε στη χώρα του. «Μας οδήγησαν σε πολλές φάρμες, όπου ο Λίβυος δεσμοφύλακάς μας, μας πουλούσε για σκλάβους».

Από την πλευρά τους οι οργανώσεις αρωγής των προσφύγων δεν έχουν σταματήσει να προειδοποιούν για την επιδείνωση της κατάστασης.

Ήδη από τον Απρίλιο ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) ανέφερε ότι υπήρχαν «σκλαβοπάζαρα» στη Λιβύη. «Γίνονται προϊόντα προς αγορά, πώληση και απόρριψη όταν δεν αξίζουν πλέον τίποτε», είχε υπογραμμίσει ο Λέοναρντ Ντόιλ, εκπρόσωπος του ΔΟΜ στη Γενεύη.

Η πρόεδρος των Γιατρών χωρίς Σύνορα (MSF) Τζοάν Λιου είχε καταγγείλει τον Σεπτέμβριο σε ανοικτή της επιστολή προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις «μια ανθούσα επιχείρηση απαγωγών, βασανιστηρίων και εκβιασμών» στη Λιβύη.

«Στις προσπάθειές τους να περιορίσουν τη (μεταναστευτική) ροή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι έτοιμες να αναλάβουν το κόστος των βιασμών, των βασανιστηρίων και της σκλαβιάς;», είχε διερωτηθεί. Προτού καταλήξει: «Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν το γνωρίζαμε».
«Απάνθρωπη η πολιτική της Ε.Ε.»

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμώντας να ανασχέσει το κύμα των μεταναστών, δεν έχει καταφέρει να βρει λύσεις για τους πρόσφυγες, που είναι στο έλεος των διακινητών.

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Ζέιντ Ράαντ αλ Χουσέιν είχε χαρακτηρίσει «απάνθρωπη» την πολιτική της Ε.Ε., η οποία «συνίσταται στο να βοηθά το λιμενικό της Λιβύης να σταματά και να στέλνει πίσω τους πρόσφυγες».

Από την πλευρά τους οι Βρυξέλλες απέρριψαν τις κατηγορίες υποστηρίζοντας τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να «σωθούν ζωές» στη θάλασσα και να «διευκολυνθεί η πρόσβαση του ΔΟΜ και της UNHCR στα κέντρα κράτησης στη Λιβύη, ώστε να μπορέσουν να αυξήσουν το επίπεδο βοήθειας και να οργανώσουν οικειοθελείς επαναπατρισμούς».

Εμφανιζόμενη σαν «κάστρο που θέλει με κάθε κόστος να σταματήσει» τους μετανάστες, η Ευρώπη «έχει θεμελιώδη ευθύνη» για την τρέχουσα τραγωδία, όμως δεν είναι η μόνη, εκτιμά ο Τινέ.

«Οι αφρικανικές χώρες δεν κάνουν τίποτε για να κρατήσουν τους νέους τους, για να τους προσφέρουν εργασία. Δεν διαθέτουν μεταναστευτική πολιτική, το μόνο που κάνουν είναι να υπακούν», επισημαίνει.

«Δεν μπορεί να κρατήσει άλλο. Μπροστά σε ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας δεν αγανακτούμε, αντιδρούμε», τόνισε ο Άνε, επικρίνοντας την παθητική στάση που κρατούν οι Αφρικανοί ηγέτες και τον «συστηματικό ρατσισμό στις χώρες του Μάγρεμπ».

Τέλος, η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης τόνισε ότι τα αποτελέσματα της έρευνας που έχει ζητήσει να διεξαχθεί για τα σκλαβοπάζαρα «δεν θα καθυστερήσουν» και ότι όσοι είναι υπεύθυνοι «θα αντιμετωπιστούν χωρίς επιείκεια».

Published in Αρθρογραφία

Πρώτα θα σας πω μια μικρή ιστορία γιατί νομίζω ότι οι ιστορίες μάς βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα από όποιες θεωρητικές αναλύσεις. Ο τίτλος της είναι: ο Σαόν, το σπίτι που ρημάζει σε μια πατρίδα αφημένη βιαστικά, η οικογένεια στη Γερμανία και το …χαλικάκι.

Ένα μεσημέρι κάποιας Παρασκευής, μια τελευταία ώρα πριν κλείσει το σχολείο για την ξεκούραση του σαββατοκύριακου, σε ένα οποιοδήποτε τμήμα μιας οποιαδήποτε τάξης στο διαπολιτισμικό γυμνάσιο, έχει τελειώσει το μάθημα και τα τελευταία δέκα λεπτά αποφασίζουμε να πούμε κάτι για εμάς, έτσι για να γνωριστούμε καλύτερα μετά τα διαλυτικά και τον ενεστώτα. Και χωρίς να το καταλάβουμε, ο θάνατος, απρόσκλητος, ήρθε και κάθισε μαζί μας και μας είπε την ιστορία με τα χείλη του 15χρονου Σαόν: ο πατέρας πέθανε πριν κάποιους μήνες.

Κάποια παραστρατιωτική ομάδα χωρίς αιτία, από την κεκτημένη ταχύτητα του πολέμου και την παράλογη λογική του, εξαφάνισε ένα ολόκληρο χωριό και τώρα το σπίτι ρημάζει, σε λίγο θα χάσκει ρημαδιό. Γι’ αυτό διώξανε αρκετό καιρό πριν το Σαόν, τον σπρώξανε στο μεγάλο ταξίδι και το μακρύ δρόμο. Καλύτερα ο πατέρας παρά ο γιος μάλλον σκέφτηκαν, χωρίς να συζητήσουν τίποτα.

Οι επιλογές γίνονται αυτόματα, δεν υπάρχει χρόνος γι’ ανάλυση, επανεξέταση ή αναθεώρηση. Αν είναι τυχερός, θα φτάσει να βρει κάποιους από την οικογένεια της θείας και του θείου στο Αμβούργο. Μα το μεγάλο ταξίδι έχει στάσεις και σε μια από αυτές, στην Αθήνα του 2017, ο Σαόν περιμένει και τολμά να ονειρεύεται ότι μπορεί να σχεδιάσει την από δω και πέρα ζωή του, αν του το επιτρέψουμε· παίζοντας, στο προαύλιο του σχολείου που μαθαίνει ελληνικά, μπάλα μ’ ένα χαλικάκι. Γιατί μπάλα δεν επιτρέπεται, λόγω της ακαταλληλότητας του χώρου προαυλισμού για λόγους ασφάλειας των παιδιών.

Πόσο θα ’θελε, όμως, μια μπάλα αντί για μια μπάλα-χαλικάκι! Αλλά δεν παραπονιέται, έχει την πλάκα του και το χαλικάκι· έχουν μάθει πια να παίζουν μ’ αυτό, κάνουν κόλπα και περνάει ευχάριστα η ώρα. Το μόνο που φοβάται είναι μήπως υπάρξει απαγόρευση και για τα χαλικάκια. Κάποιοι καθηγητές τούς φωνάζουν όταν παίζουν με αυτά. Και τότε, τι θα γίνει, όταν δε θα έχουν ούτε τη μπάλα-χαλικάκι; Μέχρι τότε ίσως να ’χει φύγει…

Το κουδούνι χτύπησε, χαιρετηθήκαμε, είπαμε καλό σαββατοκύριακο αλλά ο θάνατος παρέμενε εκεί, απρόσκλητος πάλι. Εγώ δεν μπορούσα ούτε να σαλέψω ούτε και μου ’ρχόταν να κλάψω. Έστεκα βουβή κι ένιωθα ολόγυμνη απέναντί του. Όταν αποσύρθηκε αθόρυβα, όπως είχε έρθει, με βρήκα κρατώντας ένα χαλικάκι στη χούφτα μου… .

Μια τέτοια ή λίγο αλλιώτικη ιστορία, πολλές τέτοιες ιστορίες μπορεί να φτιάξει ο καθένας από μας που εργάζεται στο 2ο διαπολιτισμικό γυμνάσιο Ελληνικού, κάθε μέρα, από τα σπαράγματα των ιστοριών των μαθητών μας στο σχολείο. Ο Σαόν μπορεί να μην υπάρχει, αλλά υπάρχει ο Μπεχζάντ, ο Ραφαέλ, η Ρενάντ, η Σαλίνα, ο Αλί, … και αυτή η ιστορία έχει φτιαχτεί από τις δικές τους ιστορίες, χαλικάκι-χαλικάκι.

Τι ζητάνε αυτά τα παιδιά του πολέμου από μας; Κάποιες φορές, μια μπάλα. Αρκούνται και στο… χαλικάκι όμως και μας παρακαλούν να μην τους το πάρουμε κι αυτό, όπως οι κυνικοί γεωπολιτικοί σχεδιασμοί έκαναν με τον οικείο τους χώρο και τους δικούς τους ανθρώπους. Το μακρύ ταξίδι τα ξέβρασε σε μια στάση τους στον κόσμο, στη δική μας στάση, Αθήνα 2017, σ’ ένα προαύλιο με χαλικάκια. 300 και … παιδιά, δύο σχολικών μονάδων, προαυλίζονται σ’ ένα και μόνο στενόμακρο και στενόχωρο κοινό προαύλιο με χαλικάκια, ανάμεσα σε δύο κτήρια που λίγο μόνο θυμίζουν τα υπόλοιπα σχολεία.

Κακέκτυπα των ήδη σε πολλές περιπτώσεις αρνητικά κρινόμενων ελληνικών σχολείων από άποψη κτιριακών εγκαταστάσεων, για ένα μαθητικό πληθυσμό που ξεχειλίζει από θυμό τυφλό, άλλοτε βουβό κι άλλοτε όχι, συχνά με τυχαίο ή λανθασμένο αποδέκτη. Αλλά ποιος νοιάζεται πια για απόδοση δικαιοσύνης, όταν αυτή η αλλόκοτη και άναρθρη, φρικτή στην όψη της, κραυγή της απόγνωσης, από την αδικία που τόσο ξετσίπωτα και ανενδοίαστα έχει υποστεί τόσο μα τόσο νωρίς σχεδόν το κάθε παιδί από αυτά, σημειώνει ότι ίσως η μόνη αλφαβήτα που έχουν μάθει καλά τα συγκεκριμένα παιδιά μέχρι τώρα είναι εκείνη της βίας.

Κι από εδώ αρχίζει η δική μας ιστορία της διεκδίκησης και της απαίτησης για το στοιχειώδες: το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του παιδιού. Τον αυτοσεβασμό μας.

Δε γράφω για να καταγγείλω την εκπαιδευτική ηγεσία. Θα ’πρεπε ίσως; Δε μου αρκεί όμως.  Θέλω κάτι παραπάνω και, κυρίως, κάτι διαφορετικό και αποτελεσματικό. Η ηγεσία ως τέτοια πρέπει να επιτελεί το ρόλο της. Σ’ επιτακτικά προβλήματα που επιβάλλονται από τη συγκυρία, δεν έχει την πολυτέλεια να στέκει ράθυμη, αναποφάσιστη, αμήχανη, απρόθυμη.

Πρέπει να φανεί ευρηματική με γρήγορα αντανακλαστικά, εύστοχη και ουσιαστική. Και ήδη έχει αργήσει… Κάπου δύο χρόνια. Οι ρυθμοί της την αφήνουν πίσω από την πραγματικότητα που ζητά λύσεις εδώ και τώρα και όχι ημίμετρα, μπαλώματα και τσαπατσουλιές.  

Νομίζω ότι δε χρειάζεται να τονιστεί ότι από τον τρόπο υποδοχής και ένταξης αυτών των παιδιών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως η ελληνική, εξαρτάται το αν θα ξαναδούμε να παίζεται το έργο της δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών των προαστίων του Παρισιού ή όχι. Βραχυπρόθεσμα και κοντόθωρα, μυωπικά, αυτό ίσως να βολεύει κάποιες πολιτικές επιλογές· με ορίζοντα όμως μια αξιοβίωτη ζωή για όλους μας, δείχνει τι δεν πρέπει να κάνουμε.

Θα αναφερθώ παρακάτω συγκεκριμένα σε κάποια μέτρα-προτάσεις. Πρώτα απ’ όλα, όμως, και πριν από τις όποιες προτάσεις, πρέπει να επισημανθεί κάτι ουσιώδες για το σημερινό χαρακτήρα αυτών των σχολείων. Η επισήμανση είναι αναγκαία γιατί είναι αυτή που καθοδηγεί το σκεπτικό των προτάσεων· αν δε ληφθεί υπόψη, συζήτηση δεν μπορεί να γίνει και να είναι ουσιαστική.

Οι σχολικές μονάδες διαπολιτισμικής εκπαίδευσης έχουν πάψει πια εδώ και δύο χρόνια, από τη χρονιά αύξησης των προσφυγικών ροών, να είναι σχολεία ομογενών, παλιννοστούντων, αλλοδαπών μαθητών από οικογένειες μεταναστών, όπως ήταν τα προηγούμενα 30 χρόνια λειτουργίας τους περίπου -ανάλογα με την εκάστοτε κοινωνική και πολιτική συγκυρία- κι έχουν μετατραπεί κατεξοχήν σε σχολεία προσφύγων μαθητών, συχνά ασυνόδευτων και με μία μη ομαλή και σταθερή σχέση με τη σχολική ζωή στις χώρες τους, λόγω παραγόντων όπως ο πόλεμος, εμφύλιος ή μη, οι πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές διώξεις, ο φυλετικός και κοινωνικός ρατσισμός, γιγάντια κοινωνικά προβλήματα, όπως η ακραία φτώχεια, η παιδική εργασία-σκλαβοπάζαρο, η ποικιλότροπη βάναυση εκμετάλλευση των παιδιών (εμπόριο οργάνων, trafficking…).

Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά από αυτά τα παιδιά είναι αναλφάβητα ή λειτουργικά αναλφάβητα και στις μητρικές τους γλώσσες, επομένως δεν έχουν συχνά εκπαιδευτική εμπειρία, πόσο μάλλον κουλτούρα εκπαίδευσης. Τα διαπολιτισμικά σχολεία de facto έγιναν δεξαμενές υποδοχής των παιδιών προσφύγων σε σχολική ηλικία και χωρίς κανέναν πρότερο σχεδιασμό, μετά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας των ΔΥΕΠ. Ταυτόχρονα, όμως, χωρίς να σταματήσουν να διατηρούν, έστω και σε μειοψηφικό ποσοστό, και δείγμα του παλιότερου πληθυσμού τους (το 20-25% περίπου των φοιτούντων σε αυτά τώρα). Αυτό έχει και μια κοινωνική συνέπεια που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη: τη συνύπαρξη ασυνόδευτων ανήλικων, συχνά με εμπειρίες εξόχως τραυματικές, με άλλους με μια ζωή φαινομενικά ή/και ουσιαστικά πιο στέρεα δομημένη και χωρίς την τόσο τραυματική εμπειρία απώλειας του «οικείου χώρου» (ο όρος με την ευρύτερη έννοιά του).          

Επομένως, το πρώτο ερώτημα που τίθεται έχει να κάνει με την αποσαφήνιση της «ταυτότητας» των συγκεκριμένων σχολείων στις σημερινές συνθήκες. Πρέπει να σκεφτούμε τι θέλουμε να είναι αυτά τα σχολεία. Ποιος είναι ο λόγος και σκοπός της ύπαρξής τους σήμερα; Ποιες ανάγκες θέλουμε να καλύψουν, ποιες λειτουργίες να εξυπηρετήσουν και σε ποια προσδοκώμενα αποτελέσματα στοχεύουμε;

Ακόμα παραπέρα, θέλουμε να υπάρχουν ή ν’ αντικατασταθούν από άλλα που θ’ ανταποκρίνονται πιθανά καλύτερα στις σύγχρονες απαιτήσεις; Αν θέλουμε να υπάρχουν, επειδή θεωρούμε ότι εξυπηρετούν με ουσιαστικό τρόπο ανάγκες, τα βλέπουμε ίσως ως ένα μεταβατικό στάδιο εκπαίδευσης μεταξύ των ΔΥΕΠ και των τάξεων υποδοχής στις τυπικές σχολικές μονάδες, με σκοπό την τελική ομαλή ένταξη των προσφύγων μαθητών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; Αν πάλι κρίνουμε ότι όχι, καθώς μπορεί να λειτουργήσουν και ως εκπαιδευτικά και κοινωνικά γκέτο που αντιστρατεύονται την ένταξη αντί να την υπηρετούν, ένα «συμπεριληπτικό σχολείο»2 γι’ αυτά τα παιδιά με ποιους όρους και προϋποθέσεις θα έπρεπε να δομηθεί;

Σίγουρα πάντως όχι με το κριτήριο του μικρότερου κόστους, της παροχής φτηνής εκπαίδευσης, της πιο φτηνής λύσης. Δε χρειαζόμαστε μια fast food εκπαίδευση γι’ αυτά τα παιδιά, για λόγους πολιτικούς , κοινωνικούς, … ευνόητους στον κάθε εχέφρονα πολίτη, μια επιλογή λόγω κόστους. Αν το «συμπεριληπτικό σχολείο» θεωρείται σήμερα ίσως η πιο αρμόζουσα λύση, να τονίσω εδώ ότι και η καλύτερη ιδέα κρίνεται και δοκιμάζεται στην επιτέλεση, στην κατάλληλη επιτέλεση.

Ο σχεδιασμός πρέπει να είναι βαθιά επεξεργασμένος με τα κατάλληλα επιστημονικά εργαλεία και ο προσανατολισμός σαφής ως προς τις παιδαγωγικές και ανθρωπιστικές του προσλαμβάνουσες. Με άλλα λόγια, να μην αποτελέσει η προαναφερόμενη πρόταση έναν κενό περιεχομένου μα ευχάριστο στα αυτιά όρο,  το πρόσχημα για ένα low cost προκάτ σχολείο, με πρόχειρες και πρόσκαιρες επιλογές, από την επιλογή του προσωπικού και τους όρους εργασίας του (βλ. ωρομισθία, μόνιμη κινητικότητα των μελών του εκπαιδευτικού μηχανισμού του) μέχρι το περιεχόμενο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλη μαθητική διαρροή και διάχυση της απογοήτευσης από τη σχολική εμπειρία. Και παραπέρα και αργότερα, σε όχι αμελητέα κοινωνικά προβλήματα σχετιζόμενα με την ένταξη και την κοινωνική αναγνώριση του συγκεκριμένου μαθητικού πληθυσμού.

Όπως και να έχει πάντως και όποια λύση και αν προκριθεί ή αν διαφορετικές λύσεις κληθούν να συνυπάρξουν και συνεργαστούν, ένα είναι βέβαιο από την εμπειρία, δουλεύοντας στο σχολείο με τα παιδιά πρόσφυγες: χρειάζονται πολλά διαφορετικά επίπεδα δουλειάς, σε γνωστικό και ψυχοκοινωνικό πεδίο, ατομικά και ομαδικά, με σχέσεις -και σε σχέσεις- περισσότερο ή λιγότερο οριζόντιες.

Πάντως, όπως λειτουργούμε σήμερα, χωρίς πυξίδα και σε πλήρη σύγχυση, αν όχι άγνοια σκοπού και μέσων επίτευξής του, μαθητές και καθηγητές νιώθουν ν’ ακυρώνονται καθημερινά. Ο ερασιτεχνισμός, όπως και η υπομονή, δεν είναι πάντοτε αρετές. Όταν ο πρώτος σημαίνει αδιαφορία και προχειρότητα και η δεύτερη έως και μοιρολατρική παθητικότητα.

Αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική αλλά εξόχως και συγκεκριμένα πρακτική. Χρειάζεται όμως γερό θεωρητικό υπόβαθρο για να γίνει και, κυρίως, χρειάζεται τη σύνδεση και ανατροφοδότηση της εμπειρίας στην πράξη με αυτή του θεωρητικού στοχασμού και αναστοχασμού, γιατί η πραγματικότητα μας ξεφεύγει μπροστά, μας ξεπερνά και εμείς την κοιτάζουμε αμήχανα παράλυτοι.

Τα παραπάνω μας βοηθούν να διατυπώσουμε το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα, που συνοδεύεται από την ανάγκη ν’ απαντηθεί άμεσα αν όχι από χτες, και άρα μας φέρνουν ενώπιον και της επόμενης διεκδίκησης-απαίτησης. Όχι δικής μας αλλά των καιρών. Για να λειτουργήσουμε συγκροτημένα, ως οργανωμένο σύνολο που ξέρει τι θέλει και άρα και τι κάνει, και όχι σε κατάσταση πανικού, χωρίς εντολές από τους αρμόδιους, σε ώρα ναυαγίου, προβάλλει αδήριτη η άμεση αναπροσαρμογή του αναλυτικού προγράμματος των μαθημάτων και του προγράμματος σπουδών εν γένει των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών μονάδων, με μια λογική αυτονομίας, για μια αποτελεσματική ανταπόκρισή τους στο νέο ρόλο που επιτελούν την τελευταία τριετία με την αύξηση των προσφυγικών ροών.

Και για να εξηγηθούμε καλύτερα και να γίνουμε και πιο συγκεκριμένοι: Τόσο το πρόγραμμα σπουδών, με το αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμά του, όσο και η εκπαιδευτική κουλτούρα και νοοτροπία που βρίσκεται πίσω από αυτά είναι εντελώς ακατάλληλα για το συγκεκριμένο μαθητικό πληθυσμό και μας οδηγούν στην αποτυχία, μερική ή ολική και την απογοήτευση-ακύρωση, εκπαιδευτές, εκπαιδευόμενους και όλους τους άλλους εμπλεκόμενους, π.χ. υπεύθυνους κηδεμονίας.

Πρώτα από όλα χρειαζόμαστε λιγότερες ώρες καθημερινού ωρολόγιου προγράμματος, γιατί, πολύ απλά, σε έως και πλήρως σχολικά απαίδευτο εκπαιδευτικό πληθυσμό ή με τουλάχιστον μακρόχρονη αποχή από τη σχολική εκπαίδευση και με ασταθή παρουσία σε αυτή, το σφιχτό πρόγραμμα των 6-7 ωρών λειτουργεί εξουθενωτικά -βιολογικά, πνευματικά και ψυχολογικά- και ιδίως με τη μορφή που έχει σήμερα. Και αυτό το τελευταίο θα το εξηγήσω αμέσως παρακάτω.

Χρειαζόμαστε ένα πιο ποικιλόμορφο, ποικιλότροπο, διαδραστικό, ενεργητικό σχολείο για όλα τα παιδιά, αλλά κατεξοχήν γι’ αυτά τα παιδιά και όχι ένα βαρύ, κυρίως θεωρητικολάγνο και συχνά μονομερές σχολείο. Ειδικά, αν λάβουμε υπόψη ότι μιλάμε για εκπαιδευτικό πληθυσμό με λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά τραύματα λόγω βιωμάτων, ουσιαστικά για πολυτραυματίες πολέμου, σίγουρα ψυχικά και κοινωνικά αλλά ακόμα και βιολογικά πολλές φορές. Απλά ρωτήστε ειδικούς ψυχικής υγείας για το τι σημαίνει η εμπειρία απώλειας του οικείου χώρου, η δυσκολία συγκρότησης ταυτότητας και αναγνώρισης της υποκειμενικότητάς τους γι’ αυτά τα παιδιά.

Έχουμε ανάγκη από την αρωγή της τέχνης για να τα «ξεκλειδώσουμε», ειδικά όταν η γλωσσική επικοινωνία δεν αίρει αλλά θέτει φραγμούς. Χρειαζόμαστε φιλοσοφία και διάταξη τάξης -όχι μόνο χωροταξικά αλλά και θεματικά και από άποψη μεθόδου- πιο συντροφική, φιλική και παρεΐστικη, λιγότερο κάθετα ιεραρχημένη και εγκεφαλική. Με λίγα λόγια, άλλο κλίμα μάθησης.

Επίσης, από όσα έχουν εκτεθεί εδώ παραπάνω, είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να ακολουθείται το ίδιο αναλυτικό πρόγραμμα με αυτό των τυπικών σχολικών μονάδων, όπως αυτό προβλέπεται σήμερα, ακόμα και αν είναι επιτρεπτές κάποιες αποκλίσεις/διαφοροποιήσεις ως προς την ποιότητα και την ποσότητα της ύλης που καλούμαστε να καλύψουμε. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο και αποδεικνύεται ανεφάρμοστο στην πράξη αλλά, επιπρόσθετα, για όλους τους γνώστες της κατάστασης αυτών των σχολικών μονάδων, θεωρείται όχι μόνο άστοχο, ανώφελο αλλά επιζήμιο κι εχθρικό για την εκπαιδευτική εξέλιξη των συγκεκριμένων μαθητών. Κάποιες φορές μοιάζει και κακόγουστο αστείο.

Μπορεί κάποιος να μαθαίνει τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες ταυτόχρονα, όταν προέρχεται από ένα πολιτισμικό περιβάλλον πολύ διαφορετικό ή/και είναι αναλφάβητος ουσιαστικά; Χρειαζόμαστε άλλο αναλυτικό πρόγραμμα και κατάλληλα εγχειρίδια γι’ αυτό. Με το σημερινό μαθητικό πληθυσμό αυτών των σχολικών μονάδων, τα εγχειρίδια που διαθέτουμε, όπως και το αναλυτικό πρόγραμμα, καταργούνται στην πράξη.

Άλλο πράγμα είναι η άρση του συγκεντρωτικού, μονοδιάστατου και από τα πάνω σχεδιασμένου εκπαιδευτικού υλικού και η αντικατάστασή του από μια λογική εξατομικευμένης διδασκαλίας με ευαισθησία απέναντι στις ανάγκες κάθε μαθητή και άλλο η εγκατάλειψη στην τύχη τους των εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων. Στην περίπτωσή μας μιλάμε για το δεύτερο.

Τα παιδιά αυτά έχουν ανάγκη το βιβλίο τους, έντυπο ή/και ψηφιακό, ανάλογα με τις δυνατότητες που προσφέρει η υλικοτεχνική υποδομή του σχολείου κάθε φορά, ως σημείο αναφοράς και στήριξης, ειδικά όταν η πρότερη εκπαιδευτική τους εμπειρία ήταν πολύ φτωχή έως ανύπαρκτη, για λόγους που όλοι εύκολα μπορούν να αντιληφθούν. Προς το παρόν ζούμε στο βασίλειο της φωτοτυπίας. Το χρηματικό κόστος είναι τεράστιο και η συγκεκριμένη πρακτική γροθιά στο στομάχι μιας οικολογικής συνείδησης. Παράδειγμα προς αποφυγή οικονομικά και οικολογικά.   

Ακόμα κάτι αναγκαίο είναι η μείωση του προβλεπόμενου αριθμού μαθητών ανά τμήμα. Δεν μπορεί κάποιος να μάθει ελληνικά και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται σε τμήματα των 20-25 ατόμων. Σε τι προλαβαίνει να εξασκηθεί σε μία 45λεπτη ώρα; Πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχει όχι ομοιογένεια αλλά ούτε καν συνάφεια αναφορικά με την εκπαιδευτική σκευή αλλά και ανάγκη αυτών των μαθητών. Μια Βαβέλ για να αποδώσει τον πλούτο που εμπεριέχεται στην πολυμορφία της, πρέπει να έχει χώρο να αναπτυχθεί και όχι να είναι ένα ξερό, στείρο και σκοτεινό στενόχωρο πηγάδι.

Σε αυτό το σχολείο που εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενοι έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Άλλο από κοντά και να τον αγγίξουμε και, άρα, να στοχαστούμε γι’ αυτόν και να τον συναισθανθούμε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκπέμπει μόνο το δυτικό βλέμμα και ο λόγος, αν θέλουμε να κερδίσουμε ως κοινωνία από τη διαφορετικότητα. Πρέπει να υπάρξει χωροχρόνος για όλους τους εμπλεκόμενους, να τους αποδοθεί ο χώρος και ο χρόνος τους ισότιμα και χωρίς εκπτώσεις. Να μάθουμε γι’ αυτά τα άγνωστα παιδιά από τους άλλους πολιτισμούς, να τους μάθουμε το δικό μας αλλά και να μάθουμε από αυτά, αφήνοντάς τα να πουν, να χορέψουν, να …, να … .

Για όλα τα παραπάνω οι εκπαιδευτικοί των συγκεκριμένων σχολικών μονάδων χρειάζονται στέρεα δομημένη σκευή, αποσκευές ποιότητας και αντοχής γι’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Επιμόρφωση ουσιαστική και όχι επιδερμική, ίσα για να βγει η υποχρέωση και η βεβαίωση της διεκπεραίωσής της.

Και κάτι τελευταίο σε αυτήν την ενότητα σχετικό με τον κοινωνικό πολιτισμό που παράγουμε στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα. Ελπίζω, τροφή για σκέψη και συζήτηση. Μόνο ένα ερώτημα θα θέσω που μου γεννήθηκε όταν πρωτοπήγα ως εκπαιδευτικός σε διαπολιτισμικό σχολείο. Μπορεί σε μια δυτικού τύπου δημοκρατική ευνομούμενη πολιτεία του 21ου αιώνα, όπως είναι ή θέλει να είναι  η ελληνική σήμερα, παρά τα όποια προβλήματά της, νέοι άνθρωποι να στοιχίζονται στην πρωινή σχολική συγκέντρωση για να παραστούν, χωρίς να ερωτηθούν πρώτα, στην τελετουργία της προσευχής μιας πίστης της οποίας δεν είναι μέτοχοι;

Μήπως το υποχρεωμένο κοινό ευτελίζει πρώτα από όλα την ίδια την πίστη, δεν της αποδίδει το σεβασμό που της αρμόζει, πέρα από τα όποια άλλα προβλήματα σημειώνει, όπως η ελευθερία της βούλησης και της επιλογής, σε μια κοινωνία ισοτιμίας και δημοκρατικού πνεύματος που τονίζουμε ότι θέλουμε να έχουμε;

Από τα προαναφερθέντα αβίαστα τη σκυτάλη παίρνει το τρίτο αίτημα-πρόταση. Όποια σκευή και να έχει μαζί του ο εκπαιδευτικός, όσο καλά σχεδιασμένη και να είναι για ένα τέτοιο δύστροπο ταξίδι δεν αρκεί. Χρειάζεται συνοδοιπόρους. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους ειδικούς της ψυχικής υγείας.

Όταν έχεις να κάνεις με πολυτραυματίες έφηβους από βιώματα συχνά αδιανόητα για τον ανθρώπινο ψυχισμό, εξόχως βίαια και ακυρωτικά της προσωπικότητας, τα προβλήματα που προκύπτουν δεν μπορείς να τα λύσεις με τρόπους ερασιτεχνικούς ακόμα κι αν έχεις τις καλύτερες προθέσεις. Τότε η συστηματική στήριξη με συμβούλους ψυχικής υγείας (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) είναι υποχρεωτική συνθήκη και όχι μόνο για το μαθητικό πληθυσμό αλλά και για τους εργαζόμενους με αυτόν.

Πρόσφατες μελέτες που ερευνούν τις ψυχολογικές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους με προσφυγικούς πληθυσμούς, όπως οι διασώστες, γιατροί κ.τ.λ., μαρτυρούν ότι μετά από μικρό χρονικό διάστημα και αυτοί οι πληθυσμοί, των εργαζόμενων, παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά διαταραχών μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία, παρόμοιων με αυτά που παρουσιάζουν οι παθόντες που συνδράμουν (βλ. τις σχετικές ανακοινώσεις σε πρόσφατη διημερίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, στο αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Γκαίτε στις 3-4/11/2017, που αφορούσε το θέμα της προσφυγιάς και του τραύματός της). Κανείς δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του το βάρος της ανείπωτης φρίκης, όταν αυτή συντελείται αλλά και όταν αρχίζει, έστω και δειλά, να αφηγηματοποιείται.

Και εξίσου λογικά ακολουθεί το τέταρτο αίτημα-πρόταση. Αν χρειαζόμαστε συμβούλους ψυχικής υγείας, το ίδιο απαραίτητοι μαζί με αυτούς είναι και οι διερμηνείς-μεταφραστές. Ο γλωσσικός φραγμός συχνά είναι αξεπέραστο εμπόδιο στην ουσιαστική επικοινωνία, στην προσέγγιση των παιδιών, στην αποτελεσματική και έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και, φυσικά, στην επίλυση διαφορών πριν την κλιμάκωσή τους σε ανεξέλεγκτα επεισόδια βίας λόγω των αιτιών που ήδη έχουν καταδειχθεί σε αυτό το κείμενο.

Η ορθή επικοινωνία μεταξύ όσων συμβιώνουν στο σχολείο χωρίς τυφλά σημεία, παρεξηγήσεις και παρερμηνείες είναι απαραίτητος όρος και προϋπόθεση για τη συμβίωση και επιβίωσή μας σε αυτό, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους αλλά κατεξοχήν για εκπαιδευτικούς και ψυχολογικούς. Η λεκτική, αν και όχι μόνο, έκφραση πρέπει να είναι δυνατή με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα και αρτιότητα, για να μπορέσει να ξεδιπλωθεί η εκπαιδευτική-θεραπευτική διαδικασία στο σύνολο του ευρέος φάσματός της και να φτάσει ν’ αποδώσει ουσιαστικά κέρδη για τους συγκεκριμένους μαθητές.

Δίπλα όμως στους ειδικούς ψυχικής υγείας και τους μεταφραστές χρειαζόμαστε οπωσδήποτε και μια ισχυρή γραμματειακή υποστήριξη σε αυτά τα σχολεία, όχι απλά με γραμματέα αλλά με γραμματεία. Και αυτό αποτελεί το πέμπτο αίτημα-πρόταση. Ο όγκος της γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης είναι πραγματικά τεράστιος. Αυτό συμβαίνει γιατί οι γραφειοκρατικές διαδικασίες που σχετίζονται με αυτό το μαθητικό πληθυσμό είναι πολυδαίδαλες και χρονοβόρες.

Πλήθος εγγράφων και διαδικασιών τον ακολουθεί στην εγγραφή και εισαγωγή του στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωκεανός εγγράφων στην κυριολεξία μάς πνίγει καθημερινά, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να βρίσκονται εκεί για μία πολύ σοβαρή δουλειά, αυτή του παιδαγωγού, αλλά να κάνουν δύο, του δάσκαλου και του διοικητικού υπαλλήλου-γραμματέα και, συχνότατα και τρεις, τις δύο προηγούμενες και του ψυχολόγου.

Αυτό πρακτικά σημαίνει πάρα πολλές ώρες απλήρωτης εργασίας, παραβίαση των ωραρίων εργασίας συστηματικά, ψυχική φόρτιση λόγω του άγχους για να αντεπεξέλθουν στον όγκο εργασίας που έχουν να διεκπεραιώσουν, αλλά και πνευματική και σωματική κόπωση λόγω της υπερεργασίας. Όλα αυτά, όπως είναι λογικά αναμενόμενο, έχουν τον αρνητικό αντίκτυπό τους και στην ποιότητα του έργου για το οποίο βρίσκονται εκεί και με το οποίο είναι κατεξοχήν επιφορτισμένοι: του εκπαιδευτικού έργου.

Αν τώρα υπολογίσουμε ότι είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε και τη δουλειά του φύλακα του σχολείου, καθώς το σχολείο δε διαθέτει φύλαξη, τότε οι δουλειές που καλύπτουμε κατά τη διάρκεια της εργασίας μας αυξάνονται. Και εδώ τίθεται το έκτο αίτημα-πρόταση. Πέρα από τη φύλαξη του σχολείου που είναι σημαντικό θέμα για κάθε σχολική μονάδα για ευνόητους λόγους, μαζί με αυτή είναι απαραίτητη η επίλυση -βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη αλλά και μακροπρόθεσμη- των επειγόντων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σχολική μονάδα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στο Ελληνικό σε επίπεδο κτιριακών εγκαταστάσεων και υλικοτεχνικής υποδομής.

Το θέμα και πάλι δεν είναι μόνο πρακτικό, τεχνικό αλλά κατεξοχήν εκπαιδευτικό. Για ν’ αλλάξει το κλίμα μάθησης, για το σημαντικό ρόλο του οποίου μιλήσαμε εκτενώς παραπάνω, παίζει πρωταρχικό ρόλο τόσο η κτιριακή υποδομή όσο και η λοιπή υλικοτεχνική υποδομή του σχολείου. Η ανάγκη αποσυμφόρησης του μαθητικού πληθυσμού των σχολικών μονάδων διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στο Ελληνικό και εφοδιασμού τους με σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα, όπως, λ.χ. διαδραστικοί πίνακες καθώς και πολύγλωσση ηλεκτρονική και έντυπη βιβλιοθήκη αποτελούν προτεραιότητα και όχι πολυτέλεια. Επίσης, τα παιδιά πρέπει να μπορούν να παίζουν με… πραγματική μπάλα και να έχουν χώρο, για την αποφόρτισή τους, με ποικίλες δραστηριότητες.

Θα κλείσω με μία σημαντική επισήμανση. Για να βοηθήσουμε στην επιτυχή έκβαση της εκπαιδευτικής απόπειρας της συγκεκριμένης ομάδας μαθητών, είμαστε αναγκαίοι και σημαντικοί όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας με τους οποίους σχετίζονται άμεσα αυτά τα παιδιά στην καθημερινότητά τους. Γι’ αυτό, χρειάζεται ουσιαστική εποπτεία των δομών φιλοξενίας, από τους αρμόδιους φορείς, για το έργο που παρέχουν αναφορικά με τη συνδρομή και στήριξη των φιλοξενούμενων παιδιών σε αυτές και, κυρίως, στο κομμάτι που ενδιαφέρει εμάς άμεσα, αναφορικά με την προετοιμασία των παιδιών τους για τη σχολική εμπειρία.

Το σχολείο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απλό αποθετήριο παιδιών από κανέναν από εμάς. Πρέπει να επενδύουμε πολλά σε αυτό και να προσδοκούμε επίσης πολλά όλοι μας. Είναι μία πρόκληση που πρέπει να απαντηθεί με θετικό πρόσημο για τα παιδιά αλλά και για εμάς και για την κοινωνία.

Πιστεύω ότι δε θ’ αρκεστούμε στην ελπίδα να εισακουστούμε κάπου, κάπως, κάποτε. Από την πλευρά μας θέσαμε το πρόβλημα και αναμένουμε απάντηση άμεση, ουσιαστική και συγκεκριμένη. Είμαστε εδώ για να συζητήσουμε και να δράσουμε από κοινού, αφού η πολιτεία μεριμνήσει να συντονίσει τον κοινωνικό διάλογο για το φλέγον αυτό θέμα με εκπροσώπους από όλο το ευρύ φάσμα των εμπλεκόμενων στη διαχείριση της εκπαίδευσης των παιδιών προσφύγων.

Κι ας μην ξεχαστούμε. Να ξαναενοχλήσουμε σύντομα. Να μη βολευτούμε με τη μοιρολατρική αποδοχή της τύχης όλων όσων βρίσκονται μέσα στο σχολείο μας, όταν κλείνουν οι πόρτες του. Να μην επιτρέψουμε να μείνει κανείς από εμάς αβοήθητος, χωρίς την αλληλεγγύη και προσοχή που αρμόζει και αξίζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και πολίτη αυτής της κοινωνίας.

Published in Αρθρογραφία

Η κυβέρνηση αδυνατεί να διαχειριστεί το προσφυγικό. Στα νησιά υπάρχει μεγάλη αναστάτωση, αλλά η κεντρική διοίκηση στρουθοκαμηλίζει. Σήμερα στη Λέσβο ξεσηκώθηκαν και οι πρόσφυγες αλλά και οι κάτοικοι.

Σήμερα η Λέσβος θα παραμείνει «νεκρή», «για να βγάλει τη θηλιά που της έχουν περάσει στον λαιμό» δήλωσε χαρακτηριστικά ο δήμαρχος, Σπύρος Γαληνός, για τη σημερινή απεργία, στην οποία συμμετέχουν οι πάντες στο νησί. Αυτοδιοίκηση, παραγωγικοί φορείς, εργαζόμενοι.

Το βασικό αίτημα των νησιωτών είναι ο «απεγκλωβισμός των περίπου 8.500 προσφύγων και μεταναστών, που ζουν σε δομές στη Μυτιλήνη των 32.000 κατοίκων».

Οι απεργοί επιδιώκουν «η φωνή της Λέσβου να ακουστεί δυνατά και να φθάσει μέχρι τα κέντρα αποφάσεων στην Αθήνα. Να αλλάξει η πολιτική που υποβάλλει το νησί στο μαρτύριο της σταγόνας. Να απεγκλωβιστούν άμεσα όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ζουν οι περισσότεροι σε άθλιες συνθήκες. Η Λέσβος δεν είναι ανοικτή φυλακή, ούτε θα επιτραπεί σε κάποιους να την βλέπουν σαν τέτοια» δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Γαληνός.

Στις 11.00 έγινε κεντρική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Σαπφούς και πορεία διαμαρτυρίας  στις  17.00 με σημείο εκκίνησης την ίδια πλατεία.

Στο μεταξύ, περίπου 7.000 πρόσφυγες και μετανάστες του καταυλισμού της Μόριας, όπου οι υποδομές είναι για στέγαση 2.200 ατόμων και ύδρευση και υγιεινή για 800, ξύπνησαν μέσα στη λάσπη. Ανάμεσα τους και περισσότερα από 500 παιδιά κάτω των 10 ετών που ζουν σε καλοκαιρινές σκηνές κάτω από τη βροχή. Όπως έγινε γνωστό, πολλά από τα παιδιά ξύπνησαν με πυρετό, αφού δύο μέρες τώρα βρέχονται και ζουν μέσα στις λάσπες. Μέσω σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, γίνεται έκκληση σε γιατρούς να σπεύσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους «στη ζούγκλα της Μόριας», όπως αποκαλείται ο καταυλισμός, κατ΄ αντιστοιχία εκείνου στο γαλλικό Καλαί, γνωστού ως «ζούγκλα του Καλαί».

Σε ανακοίνωσή της η Κίνηση Πολιτών της Λέσβου «Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο» σημειώνει: «Η περιοχή της Μυτιλήνης των 32.000 κατοίκων φιλοξενεί πάνω από 8.000 πρόσφυγες και μετανάστες. Το 0,3% του πληθυσμού της χώρας φιλοξενεί το 10% των προσφύγων-μεταναστών. Αυτή η αναλογία πρέπει άμεσα να αλλάξει, να ανατραπεί. Δεν ανεχόμαστε να βιώσουν οι πρόσφυγες και μετανάστες έναν χειμώνα χειρότερο από τον περσινό, πολλοί απ' αυτούς σε καλοκαιρινές σκηνές, στο κρύο και στις λάσπες, ενώ η παρουσία τόσων χιλιάδων ανθρώπων επηρεάζει και τη ζωή στη μικρή μας κοινωνία». Η οργάνωση προτείνει «άμεση μεταφορά των ευάλωτων ομάδων (οικογένειες, ανήλικοι ασυνόδευτοι) στην ηπειρωτική Ελλάδα και άμεση ενοικίαση δωματίων, ξενοδοχείων και κατοικιών για τους υπεράριθμους της Μόριας».

Καταλήγει: «Αποδοκιμάζουμε τους ξενόφοβους και ρατσιστές που αυτές τις μέρες στρέφονται ξανά εναντίον των προσφύγων. Καλούμε τους πολίτες να εκφράσουν τη συμπαράσταση και αλληλεγγύη τους στους πρόσφυγες και μετανάστες και να αποδοκιμάσουν κάθε εκδήλωση ξενοφοβίας και ρατσισμού».

Επεισόδια στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης μεταναστών και προσφύγων στη Μόρια

Επεισόδια σημειώθηκαν, κατά τη διάρκεια της χθεσινής νύχτας, στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης μεταναστών και προσφύγων στη Μόρια της Λέσβου, κυρίως στον χώρο φιλοξενίας των περίπου 350 ασυνόδευτων ανηλίκων προσφύγων.

Σύμφωνα με πληροφορίες από αστυνομικές πηγές, τα επεισόδια ξεκίνησαν στις 12 τα μεσάνυχτα και συνεχίστηκαν μέχρι τις πρωινές ώρες. Προκλήθηκαν υλικές ζημιές στις εγκαταστάσεις της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, και σε χώρο όπου στεγάζεται μια μη κυβερνητική οργάνωση, αλλά και σε οικίσκους διαμονής.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπήρξε παρέμβαση ισχυρής αστυνομικής δύναμης, παρουσία εισαγγελέα.

Published in Ελλάδα

Είμαστε πάνω από 4.000 πρόσφυγες που περιμένουμε να μεταφερθούμε στη Γερμανία - οι περισσότεροι από εμάς είμαστε οικογένειες που περιμένουμε ήδη εδώ και πάνω από 18 μήνες στην Ελλάδα, σε άθλιες συνθήκες. Δραπετευσαμε από ρημαγμένες από τον πόλεμο χώρες, όπως η Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, για να βρούμε γαλήνη και ασφάλεια δίπλα στους αγαπημένους μας.

 Τα λόγια αυτά περιγράφουν το δράμα των προσφύγων και των μεταναστών στα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Από την μια οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και από την άλλη η μη έγκαιρη επανένωση των οικογενειών, έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κλίμα.

 Από την 1η Νοεμβρίου 13 πρόσφυγες πολέμου ξεκίνησαν απεργία πείνας στο Σύνταγμα, με ύστατο μέσο αγώνα το σώμα τους. Διεκδικούν τα αυτονόητα, να πάψει η περιπλάνησή τους και να επιταχυνθεί η διαδικασία της επανένωσής τους με τις οικογένεια τους στη Γερμανία. Οι πρόσφυγες ζητούν να εφαρμοστεί ο Κανονισμός Δουβλίνο II, που όσο επαίσχυντός κι αν είναι τους παρέχει το δικαίωμα επανένωσης οικογενειών.
 Με ευθύνη της ελληνικής και γερμανικής κυβέρνησης, αναβάλλεται διαρκώς η ικανοποίηση των αιτημάτων επανενώσεων των προσφύγων. Η διμερής συμφωνία κάτω από το τραπέζι, ορίζει τον εξοργιστικό αριθμό των 70 ανθρώπων ανά μήνα που δικαιούνται οικογενειακή επανένωση, δίνοντας τους κατά τ΄ άλλα αίτηση εξάμηνης ισχύς και επιβαρύνοντας τους επιπλέον με τα έξοδα μετακίνησης. Ποιούν τη νήσσαν εκατέρωθεν οι κυβερνήσεις στα ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής, ακολουθώντας μόνο αντιμεταναστευτικές πρακτικές και εντείνοντας το γολγοθά των ανθρώπων στο ταξίδι τους για αναζήτηση  μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Καλούμε την κυβέρνηση κ τον κ. Μουζάλα, όχι να απολύσει τους συμβασιούχους της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά να προσλάβει κ άλλους.

Να αποσυμφορήσει τα hot spots των νησιών που σε ονομαστικές δομές έχουν

δυνατότητα 2,5-3.000 ατόμων κ "φολοξενούν" πάνω από 9.000.

Να απαντήσει ο υποψήφιος επίτροπος, επίσημα κ δημόσια, τι σκοπεύει να κάνει
η κυβέρνηση για την προστασία των εγκλωβισμένων ανθρώπων, αντρών, γυναικών

κ πάρα πολλών παιδιών για τον χειμώνα που έρχεται, εκτός από το να σχεδιάζει τη δημιουργία νέων hotspot και τη χρησιμοποίηση πλωτών μέσων για τη φιλοξενία των προσφύγων.
Οι πρόσφυγες κ μετανάστες έχουν ανάγκη προστασίας από τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, την Γενεύη και όχι από την νέα Σένγκεν, το σιδηρόφρακτο νέο Δουβλίνο κ το Ενιαίο σύστημα ασύλου της ΕΕ.

ΑΜΕΣΗ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΣ ΔΟΜΕΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΡΑΙΟΣ

«Καζάνι που βράζει» είναι για μια ακόμα φορά ο καταυλισμός του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Μόρια, με τον συντάκτη του ΑΠΕ, Στρατή Μπαλάσκα να καταγράφει την κατάσταση από μέσα:

Σήμερα ένας ακόμα Ιρακινός 55 ετών μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Μυτιλήνης όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του λόγω προυπάρχοντος καρδιολογικού προβλήματος (κολπικής μαρμαρυγής). Όμως το γεγονός έδωσε την αφορμή για μια ακόμα έκρηξη βίας μεταξύ των κοινοτήτων που κάθε άλλο παρά ειρηνικά συνυπάρχουν στη Μόρια. Βία που να σημειώσουμε ότι είχε αρχίζει να εκδηλώνεται από χθες με σποραδικές βίαιες ενέργειες μεταξύ νέων κυρίων ανδρών.

Ανήμποροι να παρέμβουν δυναμικά και να σταματήσουν τις συγκρούσεις κυρίως ανάμεσα σε Άραβες και Αφγανούς, ήταν οι Αστυνομικοί αφού η ύπαρξη μέσα στον καταυλισμό περισσότερων των 1000 παιδιών ηλικίας κάτω των οκτώ ετών δεν τους επιτρέπει να επιχειρήσουν είτε με χειροβομβίδες κρότου λάμψης είτε με χημικά. Σήμερα λοιπόν αρκέστηκαν στο να δημιουργήσουν με τις ασπίδες τους φράγματα ανάμεσα στις αλληλοσυγκρουόμενες εθνικές ομάδες «μέχρι την επόμενη φορά» όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας.

Μέσα στον καταυλισμό του ΚΥΤ της Μόριας αλλά και σε κτήματα γύρω από αυτόν, η κατάσταση θυμίζει μέρες του φθινοπώρου του 2015. Σε μια δομή με υποδομές στέγασης για 2.000 άτομα διαμένουν 5.500 άνθρωποι πολλοί από τους οποίους οικογένειες με πολλά παιδιά. «Το χειρότερο όλων όμως….» λέει στο ΑΠΕ στέλεχος της διαχειριστικής αρχής του καταυλισμού «είναι ότι σε υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης 800 ατόμων μια και για τόσα άτομα σχεδιάστηκε η δομή, ζουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι. Οι τουαλέτες πλέον έχουν ακυρωθεί, το νερό δε φτάνει για να πλυθούν τόσοι άνθρωποι, χώροι για να πλυθούν οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πια…». Πραγματικά η κατάσταση είναι τραγική. Στο ρέμα στο πλάι του καταυλισμού παροχετεύονται λύματα δημιουργώντας συνθήκες ανοιχτού βόθρου.

Πολύ κακή είναι η κατάσταση και μέσα στον καταυλισμό της Μόριας. Σκηνές παντού. Άνθρωποι, οικογένειες με παιδιά μένουν ακόμα και χωρίς σκηνή ακόμα και στην ύπαιθρο. Πολύ κακές είναι οι συνθήκες υγιεινής. Ενώ ακόμα και οι συγκρούσεις ανάμεσα στις εθνικές ομάδες του καταυλισμού δεν επιτρέπουν τόσο σε εργαζομένους να καθαρίσουν τη δομή όσο και στα απορριμματοφόρα να προβούν σε αποκομιδή των σκουπιδιών. Και τα σκουπίδια σε έναν «οικισμό» 5.500 ανθρώπων είναι πολλά.

Μόνη προοπτική για τη Μόρια και τους «άθλιους» που ζουν σε αυτήν, είναι η αποσυμφόρηση του καταυλισμού. Στο σχεδιασμό του υπουργείου μεταναστευτικής πολιτικής είναι άμεσα και το αργότερο τις αρχές Νοεμβρίου να μεταφερθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα 1.500 αιτούντες άσυλο που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Ας σημειωθεί ότι σήμερα στη Λέσβο σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, ζουν 7.192 πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν υποβάλλει αίτημα ασύλου. Από αυτούς 5.476 ζουν στον καταυλισμό της Μόριας και οι υπόλοιποι σε άλλες δομές στο νησί.

Published in Ελλάδα

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΕΚΜΑΘΗΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
 

Η γλώσσα είναι όπλο, απαραίτητη στην καθημερινότητα των μεταναστών, στην κοινωνικοποίηση, αλλά και στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους,  απαραίτητος κώδικας για την κοινή δράση με τους εργαζόμενους και νέους, για την ένταξη στην κοινωνία.
  Το Σχολείο «Αταξήα» είναι μια πρωτοβουλία από  το Κοινωνικό Στέκι- Στέκι Μεταναστών για τη δωρεάν εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε μετανάστες και πρόσφυγες. Ισπανικών, τούρκικων, αραβικών και αγγλικών για όλους εμάς που θέλουμε να γνωρίσουμε άλλες κουλτούρες και γλώσσες. Τα μαθήματα γίνονται καθημερινά στο χώρο του Στεκιού (Χ.Νταλιάνη 5). Οι διδάσκοντες είναι εθελοντές, εκπαιδευτικοί, φοιτητές και όποιος/-α θέλει να ενισχύσει την προσπάθειά μας. Κάθε σχολική χρονιά αρχίζει τον Οκτώβριο και διαρκεί μέχρι τον Ιούνιο. Οι μαθητές δεν απαιτείται να διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα. Δεν είμαστε θεσμικός φορέας και στηριζόμαστε στην οικονομική ενίσχυση του κόσμου που θέλει να συμβάλει.
  Ο ερχομός προσφύγων στην πόλη μας , δημιουργεί την ανάγκη για νέα τμήματα ελληνικών. Καλούμε, λοιπόν όποιον θέλει να συμβάλλει στην προσπάθεια αυτή, να πλαισιώσει τα τμήματα ως δάσκαλος ελληνικών για τμήματα αρχαρίων ή προχωρημένων.  Επικοινωνήστε μαζί μας από τις 5/10 έως 12/10: 6976023952,6934168022
«ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΤΑΞΗΑ»

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΤΕΚΙ-ΣΤΕΚΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Page 1 of 24