ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

οι παρελάσεις βρωμάνε φασισμό


 

 

 

 
Thursday, 14 January 2016 00:00

Τα μαθήματα της "Αριστερης" διακυβέρνησης || του Θ. Φέστα

Written by 
Rate this item
(0 votes)

H άνοδος, η συνθηκολόγηση και ο εκφυλισμός του Σύριζα, συντελέστηκαν σε ένα πυκνό πολιτικό χρόνο, που οι γρήγορες αλλαγές, οι ανατροπές και τα απότομα ζιγκ ζαγκ, εναλλάσσονταν με στιγμές ιστορικές. Ο σημερινός λόγος του Σύριζα δεν θυμίζει τίποτε απ το ριζοσπαστικό πρόγραμμα που ενέπνευσε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους ότι η ζωή τους θα αλλάξει, οδηγώντας τον στην εξουσία.
Η κόντρα με τους δανειστές αμέσως μετά τις εκλογές του Γενάρη, ήταν υπονομευμένη τόσο απ τις αυταπάτες για τη φύση και το ρόλο της ΕΕ, όσο και απ την άρνηση επεξεργασίας ενός Plan-B, που ήδη είχε δαιμονοποιηθεί, επειδή η έξοδος απ την ευρωζώνη είχε ταυτιστεί με την καταστροφή της οικονομίας και της κοινωνίας. Η βαριά ήττα είχε λοιπόν κριθεί όχι στους λίγους μήνες της διακυβέρνησης, αλλά δύο χρόνια πριν.
Ούτε όμως το Plan-A (αναδιανομή πλούτου, εθνικοποίηση των τραπεζών, φορολογία στο κεφάλαιο, διαφθορά, πάταξη των μεγαλοφοροφυγάδων, αύξηση μισθών και συντάξεων) εφαρμόστηκαν ποτέ, γιατί αυτό σήμαινε άμεση σύγκρουση όχι μόνο με τους δανειστές, αλλά με το κεφάλαιο, το ΣΕΒ, τους ολιγάρχες και τους ποικιλώνυμους μηχανισμούς της κρατικής- πολιτικής γραφειοκρατίας.

Ο Σύριζα επέλεξε αντί της ρήξης μέσα και έξω, την πολιτική να «κρατήσουμε τα αντίθετα», δηλαδή ταξικός συμβιβασμός, την ώρα που ο αντίπαλος επιχειρούσε ολομέτωπη επίθεση.
Έτσι, στην πρώτη συνθηκολόγηση της 20ης Φλεβάρη, αναγνώρισε ολόκληρο το χρέος και δέχτηκε να αποπληρώνει τις δόσεις στραγγίζοντας τα δημόσια αποθέματα μέχρι πλήρους εξάντλησης . Όταν δόθηκε και το τελευταίο ευρώ, ο δρόμος για την πλήρη παράδοση είχε ανοίξει διάπλατα.

Η 20η Φλεβάρη ήταν μια στιγμή κομβική ,γιατί στα δημόσια ταμεία υπήρχαν ακόμη 23 δις. Περίπου 30 δις έβγαλαν απ τη χώρα μεγαλοκαταθέτες με όλη την άνεση τους, ενώ οι σπουδαίοι οικονομολόγοι του κόμματος έβλεπαν τα δεκάδες δις να περνούν μπροστά απ τα μάτια τους χωρίς να κάνουν το παραμικρό.
Σε μια σύγκρουση με τους δανειστές, αυτά τα κεφάλαια θα έδιναν τη δυνατότητα να γίνουν αυξήσεις στους μισθούς, να γίνουν προσλήψεις μέσα σε ένα πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, έτσι ώστε η οικονομία να κρατήσει για ένα χρονικό διάστημα, εν αναμονή καλύτερων συσχετισμών. Η πολιτική της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις κινήθηκε απ τις φραστικές διακηρύξεις στην συνεχή υποχώρηση απ τις κόκκινες γραμμές, ενώ την ίδια στιγμή η τρόικα δεν παρεξέκλινε στο ελάχιστο απ τη σκληρή γραμμή, με στόχους την αναγνώριση- αποπλήρωση του χρέους, την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού, την εξασφάλιση της «λείας» απ την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά και την καταστροφή του ελληνικού ριζοσπαστικού πειράματος.
Το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη που έγινε σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης και εκβιασμών λόγω των capital controls αλλά και της αντιδραστικής καμπάνιας της «τρόικας εσωτερικού», ήταν μια κορυφαία στιγμή στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης των από κάτω.

Με πάθος –και παρά το φόβο- τα πληβειακά στρώματα αμφισβήτησαν, αν και όχι ολοκληρωτικά, το «ευρωπαϊκό ιδεώδες». Η ψήφος τους σήμαινε ότι δεν θέλουμε άλλα μνημόνια, ούτε άλλες θυσίες για το ευρώ. Συνδυάστηκε με την πιο μαζική πολιτικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών για μεγάλα τμήματα της νεολαίας και εργαζομένων.
Το όχι του Ιούλη είχε τεράστια πολιτική σημασία. Θα μπορούσε να σημάνει την απαρχή μιας βαθιάς ριζοσπαστικοποίησης. Ανακόπηκε όμως βίαια με τη μετατροπή του όχι σε ναι απ την ηγεσία του Σύριζα που από κει και πέρα ακολούθησε ανοιχτά πια το δρόμο που οδήγησε σύντομα στην πλήρη παράδοση.

Η μνημονιακή στροφή και η ακύρωση των αποφάσεων των συνεδρίων, έγινε δυνατή χάρις στην ήδη συντελεσθείσα συστηματική παραβίαση τόσο του καταστατικού, όσο και των δημοκρατικών αρχών. Η δημοκρατία ήταν πλέον εικονική, γιατί ενώ υπήρχε ελευθερία κριτικής και τα όργανα μπορούσαν να πάρουν οποιεσδήποτε αποφάσεις, η ηγετική ομάδα τις πετούσε στον κάλαθο των αχρήστων υλοποιώντας την δική της ατζέντα. Η ύψωση του προέδρου πάνω απ το κόμμα, η αυτονόμηση της ηγετικής ομάδας αλλά και της κυβέρνησης, μετέτρεψαν τα κομματικά όργανα σε διακοσμητικά στοιχεία που συγκαλούνται κατά το δοκούν για να επικυρώσουν τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις. Η κατάσταση αυτή που είχε ήδη παγιωθεί, βοήθησε στην επιτυχία του εσωκομματικού πραξικοπήματος. Οι διάφορες αριστερές τάσεις επέδειξαν απαράδεκτο συμφιλιωτισμό με τις πρακτικές αυτές, αν και σε διαφορετικό βαθμό η κάθε μία .

Η εμπειρία της διακυβέρνησης έδειξε ότι μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να προωθήσει μια πολιτική υπέρ των από κάτω μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της ΕΕ, η οποία επιβάλει την πολιτική της υπό μορφή συνολικής ντιρεκτίβας. Η επιμονή για παραμονή στην κυβέρνηση με κάθε μέσο, οδηγεί στην εφαρμογή μέτρων αντίθετων με τα συμφέροντα των πληβειακών στρωμάτων αλλά και με τις αρχές και τους σκοπούς της αριστεράς.
Αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο με όρους σύγκρουσης και ρήξης, που μπορεί να φτάσει μέχρι την έξοδο απ την ΕΕ, που ξεκινά με επίθεση στην κυρίαρχη τάξη και βαθαίνει όχι μόνο με επιβολή βαριάς φορολογίας στα καπιταλιστικά κέρδη και κατάργηση των φοροαπαλλαγών, τη διακοπή ληστρικών συμβάσεων με τους εθνικούς προμηθευτές, αλλά και την αμφισβήτηση του ίδιου του δικαιώματος της ατομικής εκμετάλλευσης και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η κυβέρνηση αυτή πρώτα πρώτα, ικανοποιεί τις ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχότερων στρωμάτων σε μια πορεία ανάκτησης του ηθικού και της εμπιστοσύνης στις ίδιες τους τις δυνάμεις, ώστε με αυτούς πρωταγωνιστές, να ανοίξει ο δρόμος για τον εργατικό έλεγχο στην καπιταλιστική παραγωγή, την αυτοδιαχείριση, την επίταξη ιδιωτικών επιχειρήσεων για να καλυφτούν οι κοινωνικές ανάγκες. Η αριστερά δεν μπορεί να κυβερνά σε συνθήκες κανονικότητας και ταξικής ειρήνης, αλλά με ένα μεταβατικό πρόγραμμα, προετοιμάζοντας διαρκώς το επόμενο στάδιο βαθαίματος της ταξικής πάλης, που η αναγκαιότητα του θα προκύπτει από το αμέσως προηγούμενο και θα εντάσσεται σε ένα σχέδιο συνεχών πληγμάτων απέναντι στους «απολλοτριωτές» με τελικό στόχο την πλήρη «απαλλοτρίωση» τους.
Αυτή η πολιτική απέχει έτη φωτός απ αυτήν του Σύριζα που προσπαθεί ανεπιτυχώς να απαλείψει τις ακραίες συνέπειες του μνημόνιου με μέτρα για την φτώχια, ομνύοντας την ίδια στιγμή στην «υγιή επιχειρηματικότητα».

Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η διάψευση των ελπίδων δημιούργησε ένα τρομερό σοκ στη συνείδηση της κοινωνίας των από κάτω που παύουν σταδιακά να πιστεύουν ότι θα αλλάξει η ζωή τους. Πρόκειται για την δεύτερη διάψευση. Η πρώτη ήταν η αποτυχία των κινητοποιήσεων των προηγούμενων χρόνων να ανατρέψουν τα μνημόνια, που οδήγησε στην αξιοποίηση της εκλογικής δυνατότητας ανατροπής τους, οδηγώντας το Σύριζα στην εξουσία και είχε σαν υποπροϊόν την παθητικότητα και την λογική της ανάθεσης που εκφράστηκε στο απαράδεκτο για αριστερά σύνθημα «Στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν».
Προσγειώνονται έτσι ξανά στον πολιτικό ρεαλισμό, στη μοιρολατρία, την απόσυρση στην ιδιωτική σφαίρα. Η εκλογική νίκη του Σύριζα τον περασμένο Σεπτέμβρη έκφραζε ακριβώς αυτό το καινούργιο στοιχείο στη συνείδηση πλατιών στρωμάτων που είχαν πιστέψει σ αυτόν, αλλά έχασαν κάθε έμπνευση. Δεν σήμαινε σε καμμία περίπτωση υπερψήφιση του μνημόνιου όπως επιπόλαια υποστηρίζουν οι απολογητές του συστήματος, αλλά επιλογή του πιο ‘’άφθαρτου’’, αυτού που τουλάχιστον προσπάθησε αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν η εκλογή του λιγότερο κακού διαχειριστή ενός μνημόνιου, εφόσον το τελευταίο δεν έγινε δυνατό να ανατραπεί.
Απ αυτή την άποψη, ήταν η καλύτερη στιγμή για το Σύριζα απ αυτές που πρόκειται να ακολουθήσουν, γιατί αυτή η χωρίς πίστη και έμπνευση ψήφος δόθηκε με βάση την μέχρι τότε εικόνα και ρητορική του, πριν εφαρμόσει το μνημόνιο, οφείλεται όμως σε μεγάλο βαθμό και στην απέχθεια των λαϊκών στρωμάτων για τους εκπρόσωπους του αστικού πολιτικού κόσμου επειδή τους θεωρούν υπεύθυνους για την καταστροφή της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.

Από κει και πέρα τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά. Αυτό δεν σημαίνει άμεσο κίνδυνο για την κυβερνητική σταθερότητα και πολιτικές εξελίξεις σε ημερήσια διάταξη, ωστόσο η αποδόμηση και η διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών έχει ήδη ξεκινήσει, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι τα μνημόνια καίνε αυτούς που τα εφαρμόζουν. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις, η απώλεια δύο βουλευτών μόλις δύο μήνες μετά τις εκλογές, η περίπτωση Γαβριηλίδη, οι δημόσιες αποδοκιμασίες στελεχών και βουλευτών, αλλά και η πλήρης αδρανοποίηση του κόμματος είναι συμπτώματα της μνημονιακής μετάλλαξης.

Οι δανειστές απαιτούν την απόλυτη τήρηση των όρων και ελέγχουν αυστηρότατα την εφαρμογή του μνημόνιου χωρίς να επιτρέπουν την παραμικρή παρέκκλιση. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ‘’κεϋνσιανής’’ πολιτικής η παράλληλου προγράμματος, παρά μόνο άγριος νεοφιλελευθερισμός (ιδιωτικοποιήσεις, ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών δηλ. ξεπούλημα έναντι ευτελούς τιμήματος, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, μείωση συντάξεων, αύξηση φόρων, πλειστηριασμοί, πώληση κόκκινων δανείων σε κερδοσκοπικά funds).
Η κυβέρνηση υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα υπογράφοντας ό,τι απαιτούν οι δανειστές, ενώ παράλληλα αυτοί φροντίζουν για την υποστήλωση της με άλλες πολιτικές δυνάμεις για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, δεδομένης της αδυναμίας των παλιών μνημονιακών κομμάτων να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της κυβέρνησης.
Πριν ο Σύριζα μετατραπεί σε εγγυητή της ολοκλήρωσης των μνημονίων, υποστήριζε ότι τα μνημόνια δεν αποτελούν απλά ένα σύνολο μέτρων, αλλά ένα καθεστώς κοινωνικής αναμόρφωσης σε νεοφιλελεύθερη βάση. Γι αυτό, όλη η συζήτηση για το ποιο είναι χειρότερο ή καλύτερο μνημόνιο είναι λάθος και μέτρο της πολιτικής κατάπτωσης και χρεοκοπίας του.
Η κεντροαριστερή μετάλλαξη του Σύριζα θα ολοκληρωθεί με γρήγορους ρυθμούς, γιατί όπως στη ζωή έτσι και στην πολιτική, πόσο δε μάλλον σε μια αστική κυβέρνηση, στο τέλος γίνεσαι αυτό που κάνεις. Οι στενές σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν είναι καθόλου τυχαίες.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

Η παράδοση και προσχώρηση του Σύριζα έγινε δυνατή χάρις σε ένα πολιτικό πραξικόπημα της ηγετικής ομάδας που αφαίρεσε κάθε λόγο απ το κόμμα και προκάλεσε σοβαρή πολιτική κρίση στο εσωτερικό του. Ένα τμήμα στελεχών του αποστρατεύθηκε, ένα άλλο προσπάθησε να ξεπεράσει το τρίπτυχο διάψευση-τραύμα- απογοήτευση που οδηγεί στην παραίτηση και προσπάθησε να κατανοήσει, να συγκροτηθεί και να δράσει, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο στις δεδομένες συνθήκες. Αυτό το κομμάτι χρειάζεται μια βαθειά αυτοκριτική (όχι αυτομαστίγωση) για να κατανοηθούν οι αιτίες της ήττας. Χρειάζεται η περιγραφή ενός πολιτικού σχεδίου τόσο για τα άμεσα καθήκοντα που αφορούν την ενότητα δράσης , όσο και για την γενικότερη στρατηγική του κινήματος.
Μετά την μνημονιακή μετάλλαξη του Σύριζα, η ήττα , η απογοήτευση, η έλλειψη έμπνευσης, δημιούργησαν ένα κλίμα που δεν ήταν το πιο κατάλληλο για ανασύνταξη των δυνάμεων αυτών και ασφαλώς λειτούργησε ισοπεδωτικά γι αυτά τα κομμάτια. Ωστόσο, χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία να προχωρήσουν μαζί δυνάμεις συγκροτώντας ένα μέτωπο που θα μπορούσε να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αυτό φυσικά απαιτούσε να έχουν παρακαμφθεί επιφυλάξεις προκαταλήψεις και σεχταρισμοί, κάτι που ασφαλώς απεδείχθη ότι δεν ήταν ώριμο. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν εξαιρετικά γόνιμη και υποβοηθητική για να σταθεί όρθιο ένα δυναμικό στη δύσκολη συγκυρία, αλλά και να βγει ένας ευρύτερος κόσμος απ τον καναπέ και την απελπισία. Αυτό που δεν έγινε τότε με όλες τις αρνητικές συνέπειες, πρέπει να γίνει τώρα, διαφορετικά ο αρνητικός πολιτικός συσχετισμός θα οδηγήσει στον αναχωρητισμό.

Η αριστερά όμως δεν ανασυγκροτείται εν στενώ. Οποιαδήποτε αντίληψη που περιορίζεται στην αυτόνομη οικοδόμηση θα πρέπει να απορριφθεί, αφού κανείς δεν διαθέτει το κρίσιμο πολιτικό μέγεθος για να προχωρήσει μόνος κι έτσι ο σεχταρισμός είναι σε αυτές τις συνθήκες ο χειρότερος οδηγός. Δεν φτάνει μόνο το «χτυπάμε μαζί, προχωράμε χώρια». Ο εκφυλισμός του Σύριζα δεν θα πλήξει μόνο τον ίδιο στη συνείδηση του κόσμου, αλλά όλες τις αριστερές, με τον ίδιο τρόπο που η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν δικαίωσε τους απ τα αριστερά επικριτές του, αλλά αντίθετα τους συμπαρέσυρε. Με τον ίδιο τρόπο που η δεξιά στροφή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, μετά το κοινωνικό φόρουμ έπληξε όχι μόνο την ίδια, αλλά όλη την κινηματική αριστερά της Ιταλίας στο σύνολο της.
Η εφαρμογή του μνημόνιου από ένα πρώην αριστερό κόμμα που έγινε κυβέρνηση υποσχόμενο απαλλαγή απ τα μνημόνια, βάζει όλη την αριστερά στο κάδρο, η οποία χάνει την έξωθεν καλή μαρτυρία, συνεπικουρούμενη και από συμπεριφορές και εξουσιαστικά «καμώματα» ορισμένων κυβερνητικών που θυμίζουν το κλασσικό στυλ των εκπροσώπων του αστικού πολιτικού κόσμου. Περνάει έτσι σε πλατιά στρώματα η επικίνδυνη λογική του «όλοι ίδιοι είναι», που ανοίγει την πόρτα στη φασιστική δημαγωγία και διευκολύνει την πολιτική ανασύνταξη των μνημονιακών κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Όλα αυτά κάνουν επιτακτική μια γραμμή κοινής δράσης πάνω στα πραγματικά προβλήματα του κόσμου της εργασίας, της ανεργίας, της γειτονιάς. Η αριστερά που αντιστέκεται στα μνημόνια δεν θα βρει το δρόμο μόνο συζητώντας ομφαλοσκοπούμενη την ανασύνθεση της, αλλά μέσα από κοινή δράση σαν μαχητική κοινωνική αντιπολίτευση. Αυτή ήταν άλλωστε και η εμπειρία του κοινωνικού φόρουμ. Η ίδια η κοινή δράση να ανοίγει το δρόμο, να ξεδιαλύνει και να απορροφά τις πολιτικές διαφορές.
Πάνω στην κοινή αυτή δράση για όλα αυτά που συγκροτούν μια ταξική κινηματική ατζέντα, δηλαδή για τα ζητήματα της επιβίωσης, των μισθών, της ανεργίας, των ιδιωτικοποιήσεων, των πλειστηριασμών και γενικά όλων αυτών των ζητημάτων που αποτελούν την καθημερινότητα του κόσμου των από κάτω, πρέπει να οικοδομηθεί ένα μέτωπο δράσης, μέσα στο οποίο τα διάφορα πολιτικά υποκείμενα θα έχουν το ρόλο τους. Ένα τέτοιο κίνημα αν μπορέσει να πάρει μαζικά χαρακτηριστικά, θα ανακτηθεί η χαμένη αυτοπεποίθηση, το ηθικό και το πνεύμα αισιοδοξίας που είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη του οποιουδήποτε κινήματος και το οποίο σήμερα απουσιάζει.

Αυτό μπορεί να είναι η πιο στέρεη βάση για πολιτικό διάλογο και κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση οικοδόμησης ενός πολιτικού μετώπου. Χωρίς ένα τέτοιο πολιτικοκοινωνικό κίνημα η πολιτική συζήτηση ανάμεσα στις διάφορες συλλογικότητες - που έτσι κι αλλιώς πρέπει να υπάρχει- εύκολα εκφυλίζεται σε παράλληλους μονόλογους η σεχταριστική αναδίπλωση.
Αν και ακούγονται κάποιες φωνές για την αναγκαιότητα μιας τέτοιας συζήτησης (μέτωπο, χώρος διαλόγου, φόρουμ) και γίνονται κάποιες περιορισμένες επαφές σε πρώτο στάδιο, βρίσκονται πολύ πίσω απ την αναγκαιότητα, αλλά και την επειγότητα που επιβάλλει το μέγεθος της πολιτικής ήττας που έχει συντελεσθεί, τροφοδοτώντας ηγεμονισμούς και ψευδαισθήσεις πολιτικής αυτάρκειας. Ακριβώς γι αυτό, το επίκαιρο αλλά κοινότυπο πρόταγμα «νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα», πρέπει να αντιμετωπιστεί χωρίς σαρκασμό.

Είναι λοιπόν αναγκαίο, χωρίς να καλύπτονται οι πολιτικές διαφορές να δημιουργηθούν όροι εμπιστοσύνης και συνεργασίας, ενάντια σε αντιλήψεις διαχωρισμών αποκλεισμών, ενάντια σε κάθε στενή αντίληψη, για να βαδίσουν μαζί, όσοι στέκονται απέναντι στην «αριστερή λιτότητα» .

Η τακτική του κινήματος την επόμενη περίοδο, πρέπει να είναι η τακτική του ενιαίου μετώπου.

Read 496 times Last modified on Friday, 15 January 2016 19:51