ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

οι παρελάσεις βρωμάνε φασισμό


 

 

 

 
Wednesday, 29 June 2016 00:00

Η Αργεντινή του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα

Written by 
Rate this item
(0 votes)

Ας ξεκινήσω από κάτι απλό: Δεν πιστεύω στην ιδέα «Καλύτερος παίκτης όλων των εποχών». Δεν θέλω να διαλέξω, δεν μπορώ να διαλέξω και δεν το θεωρώ και δίκαιο να διαλέξω. Το ποδόσφαιρο πέρα από τις τρομερές διαφορές που έχει ανάλογα με την περιοχή στην οποία παίζεται, εξελίσσεται συνέχεια και έχει αλλάξει σε τέτοιο βαθμό σε σχέση με 30-40 χρόνια πριν που θεωρώ αδύνατο να συγκρίνω, για παράδειγμα, τον Ζιντάν με τον Τοστάο. Παρ’ όλα αυτά κατανοώ απόλυτα την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας κουβέντας (οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τέτοιες συζητήσεις και λογομαχίες για να ξεφεύγουμε και να ξεχνάμε τα σκατά της καθημερινότητας) και την παρακολουθώ αρκετές φορές με ενδιαφέρον.

ην περίοδο αυτή μια τέτοια συζήτηση έχει ξανά την τιμητική της. Μια συζήτηση που αναθερμαίνεται κάθε φορά που ο Μέσσι αποτυγχάνει να κερδίσει κάτι με την εθνική Αργεντινής, κάτι που όλοι ξέρουμε πως συμβαίνει αρκετά συχνά τελευταία. Το πρόβλημα, πάντα κατ’ εμέ, με αυτή την κουβέντα δεν βρίσκεται στη γενική διαπίστωση της και στο σκεπτικό των περισσότερων πως «Ο Μέσσι δεν θα γίνει ποτέ Μαραντόνα». Όπως είπα και στην αρχή, δεν με απασχολεί αυτό το θέμα, ούτε καν σε καφενειακή βάση, δεν μ’ενδιαφέρει να συγκρίνω τους δυο παίκτες (Απολαμβάνω κάθε στιγμή που μου προσφέρει ο Μέσσι εδώ και μια δεκαετία και συνεχίζω να γοητεύομαι από κάθε βίντεο ή ιστορία ανακαλύπτω για τον Ντιεγκίτο.) και δεν μπορώ να επιχειρηματολογήσω ούτε εναντίον του, ούτε υπέρ του (μπορώ όμως να γελάσω με σχόλια όπως το υπέροχο «κοντέ φοροφυγά, δεν θα γίνεις ποτέ Ντιέγκο», με το οποίο γελάνε λογικά ακόμα και τα πολυτελή ρολόγια που έδωσε ο Μαραντόνα στην εφορία της Ιταλίας για να καλύψει μέρος των υπέρογκων ποσών που της χρωστάει από την εποχή της Νάπολι).

Δεν πιστεύω βασικά ότι μπορεί κανένας να επιχειρηματολογήσει και να περιμένει από τον άλλον να το αποδεχθεί. Κανένας δεν μπορεί να ορίσει τι θεωρείται πιο σημαντικό για τον «καλύτερο όλων των εποχών», είναι όλα υποκειμενικά κριτήρια, άρα όλα είναι αποδεκτά. Ποιος ορίζει, άλλωστε, αν είναι πιο σημαντική η διάρκεια στο Χρόνο ή η κατάκτηση ενός τουρνουά 6-7 αγώνων κι ας λέγεται αυτό Μουντιάλ; Και γιατί ποτέ δεν υπάρχουν σ’αυτές τις συζητήσεις αμυντικοί (ή και τερματοφύλακες);

Το πρόβλημα μου με την συζήτηση αυτή εντοπίζεται στις λεπτομέρειες και στα εξτρά θέματα που προκύπτουν συνήθως, και μεταξύ πολλών άλλων, από τέτοιες λογομαχίες. Θέματα όπως η παρελθοντολατρεία (η θεοποίηση των παλιών, που είναι θρύλοι, και η ισοπέδωση των σύγχρονων, που συνήθως είναι «κατασκευάσματα των media») και η κλασική λογική «δοκάρι και μέσα=βασιλιάς και μάγκας, δοκάρι και έξω=ανίκανος και loser».

Ας μπούμε όμως στην ουσία. Η εθνική Αργεντινής απέτυχε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά να κερδίσει έναν τελικό, ο Μέσσι αστόχησε στο πέναλτι του και το όνομα που εμφανίστηκε όσο κανένα άλλο στα διάφορα σχόλια ήταν αυτό του μεγάλου Ντιέγκο. Σε αντίθεση με το μπάσκετ, στο οποίο ένα μεγάλο ποσοστό όσων συγκρίνουν αυτή την περίοδο Τζόρνταν και Λεμπρόν έχει δει και τους δυο και κρίνει χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό και την προσωπική του εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που μιλάνε για τον Μαραντόνα δεν τον έχει ζήσει καθόλου ενώ και από αυτούς τους λίγους που τον πρόλαβαν (το ποσοστό των ανθρώπων που είναι άνω των 45-50 και σχολιάζει στα social media του σομπρέρο, για παράδειγμα, είναι μονοψήφιο) οι περισσότεροι έχουν δει ελάχιστα ολόκληρα παιχνίδια του.

Για τους περισσότερους από εμάς ο Ντιέγκο δεν είναι ένας απλός παίκτης. Είναι μια Ιδέα. Μεγαλώσαμε με τις ιστορίες για το Μουντιάλ του 1986 και τη σκέψη ότι ο Ντιέγκο το πήρε μόνος του, έχουμε δει αμέτρητες φορές συγκεκριμένες φάσεις από το Μουντιάλ αυτό, έχουμε φτιαχτεί κάμποσες φορές με την ιδέα της μικρής Νάπολι που από το πουθενά γίνεται πρωταγωνίστρια. Όπως και να το δει κανείς, ο Μαραντόνα ήταν τεράστιος και εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, τόσο τεράστιος που κάθε φορά που έκανε μια κουτσουκέλα ψάχναμε δικαιολογίες για να την αγνοήσουμε, πριν καταλήξουμε τις περισσότερες φορές στο απελευθερωτικό: «Ο Ντιέγκο είναι, ό,τι θέλει μπορεί να κάνει».

Φτάσαμε να το κάνουμε ακόμα και στις μεγαλύτερες κωλοτούμπες του, όταν ο «επαναστάτης» Μαραντόνα, που μια ζωή έκραζε τον Πελέ, μεταξύ πολλών άλλων και για τις διάφορες μπίζνες που έκανε εκμεταλλευόμενος το όνομα του, πήγαινε στα Εμιράτα για να προπονήσει μια ομάδα για ένα σκασμό λεφτά, έπαιρνε μέρος σε διαφήμιση στην οποία φορούσε τη στολή της Βραζιλίας ή, στην πιο ακραία και πιο πρόσφατη απ’όλες τις περιπτώσεις, όταν εξυμνούσε τον ίδιο Πελέ που τόσα χρόνια έκραζε. Που; Σε διαφημιστικό event εταιρείας ρολογιών πολυτελείας!

Ακόμα και με όλα τα παραπάνω όμως, ο Μαραντόνα παραμένει ένας μύθος στο μυαλό των περισσότερων από εμάς. Το πρόβλημα και ταυτόχρονα η αδικία ξεκινάει όταν προσπαθεί κάποιος να τον συγκρίνει με κάποιον άλλον, χρησιμοποιώντας στη σύγκριση αυτή τα γενικά χαρακτηριστικά του μύθου που μαθαίνουμε και ακούμε από μικρά παιδιά, τα οποία αγαπάμε και στα οποία έχουμε δώσει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Ακολουθούν κάποια δεδομένα για την πορεία του Ντιέγκο με την Αργεντινή (μιας και αυτό το σκέλος είναι που έχει την τιμητική του αυτή την εποχή) που συνήθως κρύβονται στη σκιά των μεγάλων στιγμών του, σε τέτοιο βαθμό που είμαι σχεδόν σίγουρος ότι λίγοι γνωρίζουν ή θυμούνται.

«Η Αργεντινή του Μαραντόνα τη Χιλή την είχε για πλάκα. Ο Ντιέγκο θα τους κέρδιζε μόνος του». Χμμμ… Δεν το νομίζω. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, η Αργεντινή του Ντιέγκο δεν κέρδιζε συχνά! Στα 91 παιχνίδια που έπαιξε ο Μαραντόνα η Αλμπισελέστε δεν κέρδισε ούτε τα μισά (42 για την ακρίβεια)! Το ποσοστό αυτό (46%) είναι μικρότερο από κάθε άλλου μεγάλου παίκτη μπορείς να σκεφτείς, ανεξαρτήτως εθνικότητας και εποχής: Ο Πελέ έχει 73%, ο Ρονάλντο έχει 70%, o Μπεκενμπάουερ έχει 67%, o Μπάτζιο έχει 54%, ο Ζιντάν έχει 69%, o Πούσκας 74%, ο Κρόιφ έχει 65%, ο Μαλντίνι έχει 56%, ο Ρομάριο έχει 70%, ο Μπατιστούτα έχει 54%, ο Μέσσι έχει 62% και η λίστα είναι ατέλειωτη. Εδώ κάποιος πιθανόν να απαντήσει, «ναι, αλλά ο Ντιεγκίτο ήταν ηγέτης που ξεχώριζε στα μεγάλα τουρνουά». Χμμμ…

Ο Μαραντόνα έπαιξε σε 6 μεγάλα τουρνουά στην καριέρα του. Τέσσερα Μουντιάλ και 2 Κόπα Αμέρικα. Στο Μουντιάλ του 1982, δίπλα στους μεγάλους Κέμπες, Αρντίλες και Πασαρέλα και μπροστά στο ισπανικό κοινό που τον περίμενε με αγωνία, λόγω της μεταγραφής στη Μπαρτσελόνα, πήγε άπατος μαζί με όλη την προβληματική Αργεντινή. Σε 5 παιχνίδια πρόλαβε να σκοράρει 2 φορές απέναντι στους Ούγγρους στους ομίλους και να αποβληθεί εκνευρισμένος στην ήττα με 3-1 από τη Βραζιλία στον 2ο γύρο που έστειλε τους Αργεντινούς πρόωρα σπίτι τους.

Το 1987, και ενώ βρισκόταν στην καλύτερη φάση της καριέρας του, έδωσε το παρών στο Κόπα Αμέρικα που διοργάνωσε η Αργεντινή. Οι διοργανωτές, που έμπαιναν στο τουρνουά ως απόλυτο φαβορί όντας ταυτόχρονα και παγκόσμιοι πρωταθλητές, είχαν να κατακτήσουν τον τίτλο από το 1959. Η δίψα του κόσμου ήταν τεράστια. Τελικό αποτέλεσμα; Η Αργεντινή των Μαραντόνα και Κανίγια δεν έφτασε ούτε στον τελικό. Έχασε μέσα στο κατάμεστο Μονουμεντάλ με 0-1 από την Ουρουγουάη και στο τέλος κατέληξε 4η.

Δυο χρόνια αργότερα, ο 29χρονος τότε Ντιέγκο (που στη Νάπολι εκείνες τις χρονιές έκανε μαγικά πράγματα) είχε μια ακόμα καλή ευκαιρία να σηκώσει ένα Κόπα Αμέρικα. Το αποτέλεσμα ήταν εξίσου απογοητευτικό. Η Αργεντινή τερμάτισε 3η , καταφέρνοντας να ολοκληρώσει το τουρνουά με μόλις 2 γκολ ενεργητικό σε 7 αγώνες! Και τα δυο τα πέτυχε ο Κλαούντιο Κανίγια. Αυτό ήταν το τελευταίο Κόπα Αμέρικα που συμμετείχε ο Ντιεγκίτο. Στα επόμενα δυο τουρνουά, του 1991 και του 1993, η Αργεντινή κατέκτησε ισάριθμα τρόπαια με μπροστάρη και σκόρερ τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Η 5η μεγάλη διοργάνωση της καριέρας του ήταν το Μουντιάλ του 1990. Ο ίδιος ήταν σε μετριο-καλή κατάσταση, η Αργεντινή ήταν σε μια παρόμοια, περίεργη φάση (ακόμα και τον όμιλο τον πέρασε με το ζόρι, ως καλύτερη 3η) αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερε να φτάσει σε έναν δεύτερο τελικό, πάλι απέναντι στους Γερμανούς, τον οποίο και έχασε με 1-0. Ο Ντιέγκο τέλειωσε τη διοργάνωση χωρίς να σκοράρει, με μια διάσημη ασίστ στον Κανίγια, στο ματς με τη Βραζιλία, και ένα χαμένο πέναλτι στη διαδικασία των πέναλτι με τη Γιουγκοσλαβία, το οποίο όμως ξεχάστηκε αφού οι Γιούγκοι έχασαν ένα παραπάνω και οι Αργεντινοί προκρίθηκαν.

Το τελευταίο μεγάλο τουρνουά και ταυτόχρονα το φινάλε της καριέρας του με την εθνική ήταν φυσικά το Μουντιάλ του 1994, όταν και πιάστηκε ντοπαρισμένος μετά το παιχνίδι με την Ελλάδα, κάτι που αν συνέβαινε φυσικά σε κάποιον από τους τωρινούς μεγάλους σταρ θα… κατέρρεε το ίντερνετ από κακία και χολή. H Αργεντινή αποκλείστηκε στον 2ο γύρο, από τη Ρουμανία. Ρεζουμέ;Έξι μεγάλα τουρνουά, 2 προκρίσεις στον τελικό, 1 κατάκτηση. Κάπου εδώ αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ότι η ατάκα μάλλον θα έπρεπε να γίνει: «Η Αργεντινή του Ντιέγκο του 1986, τη Χιλή την είχε για πλάκα».

Ο Ντιέγκο του 1986 λοιπόν. Το κερασάκι στην τούρτα του θρύλου. Το Μουντιάλ του Θεού. Το τουρνουά που κάνει τη διαφορά στις περισσότερες συγκρίσεις και, όπως προείπαμε, κρύβει με τη λάμψη του όλα τα παραπάνω τουρνουά που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν. Το Παγκόσμιο Κύπελλο που πήρε μόνος του. Χμμμ… Όχι ακριβώς. Ο Μαραντόνα έκανε ένα εκπληκτικό τουρνουά, αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Και σκόραρε και έβγαλε ασίστ. Φορμαρίστηκε την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος. Αλλά δεν ήταν μόνος του (αν εξαιρέσεις τη φάση του γκολ με τους Άγγλους φυσικά). Είχε στον πάγκο τον μεγάλο Κάρλος Μπιλάρδο, που παρέδωσε μαθήματα τακτικής στη διοργάνωση. Είχε δίπλα του τον Βαλντάνο που εκείνη τη χρονιά έκανε όργια στη Ρεάλ και την Ισπανία και στο Μουντιάλ σκόραρε 4 φορές, εκ των οποίων η μια ήταν στον τελικό. Είχε τον Μπουρουτσάγα, τον καλύτερο ξένο του Γαλλικού πρωταθλήματος και πρώτο σκόρερ του προηγούμενου Κόπα Αμέρικα. Τέλος, είχε μαζί και μια ομάδα έμπειρων, καλών παικτών που οι 5 εξ αυτών είχαν κατακτήσει (ή θα κατακτούσαν τα επόμενα χρόνια) ένα σκασμό τίτλους στη Λατινική Αμερική, μαζί και το Διηπειρωτικό, σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής ήταν εξίσου ανταγωνιστικό με το ευρωπαϊκό, κρατούσε τους μεγάλους παίκτες του (από τη Βραζιλία του 1986 στην Ευρώπη έπαιζαν όλοι κι όλοι 2 παίκτες) και κυριαρχούσε στις μεταξύ τους αναμετρήσεις (7/10 Διηπειρωτικά εκείνης της δεκαετίας πήγαν στη Νότια Αμερική).

Το να αναλύσω διεξοδικά τη συγκεκριμένη διοργάνωση το θεωρώ υπερβολικό. Αν κάποιος θεωρεί ένα Μουντιάλ το πιο σημαντικό κριτήριο για να αξιολογήσει έναν παίκτη, θα συνεχίσει να το θεωρεί ό,τι κι αν γραφτεί γι’αυτό. Μιλάμε για ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και η αύρα του παραμένει μεγάλη όσα «ναι, αλλά» και αν προσθέσεις. Δεν παύει όμως ποτέ στη βάση του να παραμένει ένα τουρνουά λίγων αγώνων με αντιπάλους κάποιες φορές ομάδες αμφίβολης ποιότητας. Μετά τον όμιλο οι Αργεντινοί νίκησαν 1-0 την Ουρουγουάη, η οποία μια εβδομάδα πριν, στον όμιλο της, είχε φάει 6 από τους Δανούς. Μετά ακολούθησε το ιστορικό ματς με τους Άγγλους, που όσο κι αν νιώθω μια αίσθηση ιεροσυλίας να με διαπερνάει και μόνο που το ‘αγγίζω’, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ήταν ένα ματς με τους Άγγλους, το κογιότ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, που στους ομίλους τερμάτισαν κάτω από το Μαρόκο, που στο προηγούμενο Μουντιάλ αποκλείστηκαν από τον 2ο γύρο, που στο προηγούμενο Euro του 1984 δεν κατάφεραν καν να πάνε! Ακολούθησε ο ημιτελικός με το γεμάτο ταλέντο τότε Βέλγιο (που μεταξύ μας, ό,τι κι αν λέμε, παραμένει πάντα Βέλγιο) πριν έρθει η ώρα των Γερμανών σε έναν τελικό που ο Ντιέγκο βρήκε χώρο να δράσει μια στιγμή μόνο και σ’αυτήν μπόρεσε και έβγαλε την ασίστ για το 3-2. Το ευτύχημα γι’αυτόν ήταν πως ο Μπουρουτσάγα δεν αστόχησε. Ούτε ο Βαλντάνο πιο νωρίς, ούτε ο Μπράουν στην αρχή του αγώνα.

Κάπου εδώ κρύβεται και η απάντηση σε κάποιο άλλο σχόλιο: «Στα κρίσιμα ματς ο πραγματικά μεγάλος παίκτης όταν βλέπει πως δεν μπορούν να τα βάλουν οι άλλοι, τα βάζει μόνος του». Χμμμ… Ο Ντιέγκο δεν σκόραρε στον τελικό του 1986. Ούτε σ’αυτόν του 1990. Για την ακρίβεια, ο Ντιεγκίτο δεν έβαζε γκολ στους τελικούς. Στους 9 που έπαιξε (2 με την εθνική, 2 με τη Μπάρτσα, 2 διπλούς με τη Νάπολι, με αντιπάλους την Αταλάντα και τη Στουτγκάρδη και ένα Σούπερ Καπ με αντίπαλο τη Γιούβε) σκόραρε μια φορά μόνο κι αυτή με πέναλτι. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτος. Σε κάποιους από αυτούς ήταν πολύ καλός χωρίς να κάνει τη διαφορά, σε κάποιους άλλους έδωσε καθοριστικές πάσες που κάποιος άλλος τις μετέτρεψε σε γκολ.

Καταλήγοντας (επιτέλους), ο Ντιέγκο είναι μύθος. Ένας θεοποιημένος ποδοσφαιριστής. Και θα μείνει τέτοιος για πάρα πολλά χρόνια ακόμα, πολύ πιθανόν και για πάντα, όσο θα παίζουν άνθρωποι αυτό το παιχνίδι που λέγεται ποδόσφαιρο. Θα τον αγαπάμε, θα τον υμνούμε και θα τον αντιμετωπίζουμε σαν κάτι μαγικό που κάποτε εμφανίστηκε σ’αυτόν τον μικροσκοπικό πλανήτη. Ένας μύθος τραβηγμένος στα άκρα φυσικά, όπως κάθε άλλος μύθος στη ζωή που σχετίζεται με κάτι που έγινε στο παρελθόν και του οποίου τα αρνητικά ή τα πεζά χαρακτηριστικά του έχουν ξεφτίσει στη μνήμη μας. Θα τον αντιμετωπίζουμε έτσι όταν γράφουμε αφιερώματα γι’αυτόν και όταν νοσταλγούμε κάποιες αξέχαστες στιγμές του. Αλλά είναι άδικο να χρησιμοποιούμε τον μύθο του για να τον συγκρίνουμε με ρεαλιστικά δεδομένα κάποιου σύγχρονου παίκτη.

Γιατί αν είναι να το κάνουμε αυτό, χρησιμοποιώντας μόνο τα όμορφα στοιχεία του μύθου και παραβλέποντας όλες τις πραγματικές μαύρες στιγμές του, ο Γκαρίντσα, ο άνθρωπος που κέρδισε δυο Μουντιάλ, έπαιξε 50 αγώνες με τη Βραζιλία χάνοντας μόνο έναν (!) και ο οποίος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών που τον πρόλαβαν, αδιαφορούσε για τη δυναμική των αντιπάλων, ντρίπλαρε με χαρακτηριστική άνεση όλη την ομάδα και τον τερματοφύλακα, έφτανε στη γραμμή του γκολ και μετά επέστρεφε πίσω για να το επαναλάβει, δεν θα είχε κανέναν αντίπαλο.

 

Πηγή: sobrero.gr

Read 384 times